Χαρτογραφώντας τη Βουδαπέστη

Σκηνή έξω απ’ το αεροδρόμιο της Βουδαπέστης. Ένας εύσωμος άντρας στέκεται μπροστά από μια γυναίκα και ζωγραφίζει κάτι με το δάχτυλο πάνω στην μπλούζα του. Έχει ζέστη κι ο άντρας έχει ιδρώσει τόσο ακατάστατα που σκόρπιες λίμνες ποτίζουν το ύφασμα. Οι δύο άνθρωποι δε φαίνεται να γνωρίζονται, στο βλέμμα της γυναίκας υπάρχει μια καχυποψία. Ο άντρας συνεχίζει να σέρνει το δάχτυλο πάνω στην μπλούζα γράφοντας υποθετικές διαδρομές. Είναι ένα δρομολόγιο που περνάει απ’ το στομάχι, σκαρφαλώνει στο στήθος και φτάνει στα πλευρά. Αναρωτιέμαι ποιο είναι το θέμα αυτής της παράστασης που παίζεται μπροστά από σταθμευμένα αεροπλάνα και βαλίτσες.

  Ο εύσωμος άντρας αποτυγχάνει να πείσει τη γυναίκα. Στη συνέχεια, κι ενώ μ’ έχει κοιτάξει επίμονα, πλησιάζει προς το μέρος μου. Αρχίζει ξανά να μετακινεί το δάχτυλο πάνω στην μπλούζα. Είναι ένας χάρτης της Ουγγαρίας αυτός που ζωγραφίζει, βαφτίζει τοποθεσίες πάνω στην μπλούζα τις οποίες δεν μπορώ να συγκρατήσω και κινείται πάνω σ’ αυτή την αυτοσχέδια επιφάνεια με άνεση. Θέλει να μετακινήθει πάνω σ’ αυτό το χάρτη για να δει την οικογένειά του, λέει, για να δει τους φίλους του, για να επισκεφθεί έναν αριθμό ανθρώπων που έχει καιρό να τους συναντήσει. Πίσω του, το τοπίο είναι ατημέλητο, θα νόμιζε κανείς πως βρίσκεται βαθιά μέσα στην επαρχία και όχι μισή ώρα απ' την πρωτεύουσα: δέντρα που δεν τα έχει περιποιηθεί κανείς, υποδομές άλλης εποχής, σκούρα μπλε λεωφορεία που θα έπρεπε να έχουν προ πολλού αντικατασταθεί. Είναι άραγε αυτό το τοπίο της χώρας που θέλει να διασχίσει ο άντρας στο ταξίδι που επιθυμεί να κάνει;

  Όταν πια έχει παρουσιάσει το σχέδιο του, μου ζητάει χρήματα. Όντας μια ιδιότυπη εισαγωγή στη γεωγραφία της Ουγγαρίας, αποφασίζω να του δώσω πεντακόσια φιορίνια -περίπου ενάμισι ευρώ- κι έπειτα τον ρωτάω: «Γιατί στέκεσαι εδώ κι όχι σε κάποιον σταθμό λεωφορείων;» Είναι ετοιμόλογος κι ειλικρινής: «Εδώ μαζεύω πάντοτε περισσότερα χρήματα για το ταξίδι».
 

*


  Τα τραμ διασχίζουν την πόλη και κάθε τόσο ακροβατούν πάνω απ’ το Δούναβη τρέχοντας πάνω σε αιωνόβιες γέφυρες. Κόσμος στριμώχνεται μέσα στα ρετρό βαγόνια κι αυτές τις ζεστές ημέρες οι επιβάτες ανοίγουν τα παράθυρα και βγάζουν τα κεφάλια τους έξω. Υπάρχει μια συμβατότητα ανάμεσα στο αρχιτεκτονικό τοπίο και στα μέσα μεταφοράς κι όπως το τραμ φεύγει με ταχύτητα για την επόμενη στάση σκέφτομαι πως αυτοί οι παππούδες με τα ψάθινα καπέλα κι αυτές οι γιαγιάδες με τα φθαρμένα μαντήλια στο λαιμό έχουν διασχίσει σαν παιδιά τις πιο ταραγμένες μέρες της πόλης, πιθανότατα καθισμένοι στην ίδια θέση του ίδιου τραμ: κατά μία έννοια, κάθε μια απ’ αυτές τις ξεφτισμένες θέσεις έχει μετατραπεί από κάθισμα του τραμ στην καρέκλα ενός σκηνοθέτη που αυτοβιογραφείται.

  Ακόμα κι οι επιγραφές για την απαγόρευση του καπνίσματος ή του φαγητού μέσα στα τραμ είναι παλιομοδίτικες κι ο τόνος που δίνουν ίσως να μην υπάρχει αλλού στην Ευρώπη. Στα αυτοκόλλητα, ένας άντρας με παχύ μουστάκι υπενθυμίζει ότι πρέπει κανείς να ακυρώνει το εισιτήριό του ενώ δίπλα του μια γυναίκα υποτίθεται πως ουρλιάζει όταν αντιλαμβάνεται ένα χέρι να της αρπάζει την τσάντα. Μέσα από τη γραφική απεικόνιση παλαιότερων εποχών προσπαθώ να φανταστώ πώς έμοιαζε η κοινωνία της Βουδαπέστης και σε ποια κλισέ υπάκουε εκείνη την μακρινή ημέρα που εκτυπώνονταν αυτά τα αυτοκόλλητα.
 

*


  Το μετρό της Βουδαπέστης έχει τις πιο βιαστικές κυλιομένες σκάλες της Ευρώπης. Μοιάζουν να κινούνται με διπλάσια ταχύτητα απ’ οποιεσδήποτε άλλες κι η ανάδυση στους δρόμους της πόλης είναι γρήγορη. Όταν τελικά αντικρύζει κανείς την Πέστη έχει μια αίσθηση μικρού Παρισιού, κάτι που οφείλεται σ’ ένα φυσικό φαινόμενο του 1838. Η Μεγάλη Πλημμύρα εκείνης της χρονιάς έπνιξε κυριολεκτικά την πόλη, παίρνοντας μαζί της τα μπαρόκ κτήρια. Ο άνθρωπος που οραματίστηκε την ανανέωση της πόλης ήταν ο Κόμης Széchenyi, ο οποίος χάρη στα ταξίδια του στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες της εποχής εισηγήθηκε μια δόμηση βασισμένη στα φαρδιά, κατάφυτα μπουλβάρ του Παρισιού. Ο πιο ξακουστός δρόμος της πόλης, η λεωφόρος Αντρασσύ, είναι το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα αυτού του οράματος, αν και σήμερα μοιάζει με μια τουριστική λωρίδα γεμάτη πανάκριβες βιτρίνες.

  Τα χρόνια γύρω απ’ τη Μεγάλη Πλημμύρα ήταν εποχή μεγάλων μεταρρυθμίσεων για την Ουγγαρία και μέσα στο ιστορικό πλαίσιο των ευρωπαϊκών επαναστάσεων της περιόδου, η χώρα δε θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστη. Το καινούργιο πρόσωπο της πόλης έδωσε έναν αέρα υπερηφάνειας στους κατοίκους και το Μάρτιο του 1848 ξέσπασαν ταραχές στην Πέστη, που πήραν τη μορφή του Πολέμου για την Ανεξαρτησία ενάντια στους Αψβούργους όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που πρωτοστάτησαν στην Επανάσταση, χαρίζουν σήμερα τα ονόματά τους σε λεωφόρους της Πέστης.
 

*


  Κόσμος που κάθεται γύρω από μεγάλες πισίνες. Υπάρχουν σκακιέρες μέσα στο νερό κι όση ώρα ο καθένας προσπαθεί να θυσιάσει πιόνια για να σώσει το βασιλιά του μπορεί ν’ απολαύσει τις ευεργετικές ιδιότητες του νερού στα ιαματικά λουτρά Széchenyi. Είναι ένα κίτρινο κτήριο του 1913 που κλείνει στην αυλή του τρεις μεγάλες πισίνες με ζεστό νερό κι ο κόσμος ξαπλώνει στο δάπεδο αφήνοντας τον ζεστό ήλιο να στεγνώσει το δέρμα.

  Μοιάζει με μια συνήθεια αλλοτινής εποχής που έχει ταξιδέψει μέσα στους αιώνες, έχει μείνει ανεπηρεάστη από τις πάμπολλες πολιτικές αλλαγές που έχει γνωρίσει –ή, καλύτερα, υποστεί- η χώρα κι έχει παραδοθεί στη σύγχρονη εποχή σαν αυτό που πάντοτε ήταν: μια αργή ίαση από τις επιθέσεις της καθημερινότητας. Μαγιό, πετσέτες και ξυπόλητα βήματα και κόσμος που μένει στο νερό αψηφώντας το χρόνο.

  Στο εσωτερικό του κτηρίου άσπρα και μαύρα πλακάκια, όμοια μ’ αυτά της σκακιέρας, και πλήθος κόσμου που πηγαινοέρχεται αφήνοντας πίσω του σταγόνες. Είναι στην πλειοψηφία τους τουρίστες, καθώς η αδύναμη οικονομία κάνει συχνά το κόστος απαγορευτικό για τους ντόπιους. Ωστόσο, μερικοί απ’ τους κατοίκους έχουν αγοράσει ετήσιες κάρτες κι έχουν εντάξει την επίσκεψη στα λουτρά σε μια τελετουργία που επαναλάμβανεται καθημερινά, όπως μια παρέα συνταξιούχων αντρών που μπαίνουν κάθε τόσο στην πισίνα για είκοσι λεπτά. Έπειτα, βγαίνουν στον ήλιο, κάθονται σε πετσέτες που μάλλον δε στεγνώνουν ποτέ και καπνίζουν λαθραία ένα τσιγάρο μολονότι αυτό απαγορεύεται μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο τελετουργίας που επαναλαμβάνεται διαρκώς εδώ και χρόνια, κανένας δε διανοείται να τους νουθετήσει. Καπνίζουν, κοιτάζουν τις γυναίκες που έχουν έρθει από μακρινές χώρες για να βουτήξουν στην πισίνα και κάθε τόσο ανοίγουν ένα μπουκάλι με ιαματικό νερό κι ισχυρίζονται ότι αυτό γιατρεύει τα πάντα. Παίρνουν μια βαθιά ανάσα για να μην αναγκαστούν να το μυρίσουν και το πίνουν μονορούφι.
 

*


  Μέσα σ’ ερειπωμένες αυλές ξεφυτρώνουν συνεχώς μπαρ. Προσόψεις που δεν προδιαθέτουν για κάτι σπουδαίο φιλοξενούν τραπέζια και καρέκλες κάτω απ’ τα χαλάσματα. Αυτά τα μπαρ στα ερείπια έγιναν το σήμα κατατεθέν της διασκέδασης στη Βουδαπέστη. Στην παλιά εβραϊκή συνοικία, που σφύζει από ζωή, υπάρχουν δεκάδες τέτοια σημεία όπου ξαποσταίνουν οι επισκέπτες ανάμεσα στους ντόπιους.

  Αυτές οι εσωτερικές αυλές μοιάζουν με δομικό χαρακτηριστικό της ταυτότητας της πόλης. Την ημέρα που επισκέπτομαι μια αυλή που ονομάζεται «Παλόμα» ένα συνεργείο της τηλεόρασης έχει στήσει τις κάμερες κι ετοιμάζεται για γύρισμα. Δυο ηθοποιοί κάθονται σε καρέκλες σε μια άκρη της αυλής. Γυρίζουν ξανά και ξανά την ίδια σκηνή και μέσα από την επανάληψη των φράσεων συνειδητοποιώ πόσο ακατάληπτη μοιάζει η γλώσσα.

  Στους ορόφους της αυλής κρέμονται άνθρωποι σαν τα τσαμπιά. Παρακολουθούν τη διαδικασία δίχως να πολυμιλούν. Έχουν επικεντρωθεί σ’ αυτό που συμβαίνει στην αυλή και το αντιμετωπίζουν σαν κάτι που θα τους δώσει να καταλάβουν κάτι παραπάνω για το τι σημαίνει να ζει κανείς στη Βουδαπέστη. Ρωτάω μια γυναίκα που στέκεται δίπλα μου τι σημαίνουν οι φράσεις που ανταλλάσουν οι δυο ηθοποιοί. Ο διάλογος που μου μεταφράζει είναι:

-Μου έχουν πει ότι κρύβεται κάπου στη γειτονιά.
-Το ξέρεις ότι έχει αλλάξει όνομα, έτσι;
-Είσαι σίγουρος γι’ αυτό που λες;
-Απολύτως.

  Αργότερα, οι τεχνικοί στήνουν κάμερες σ’ έναν απ’ τους ορόφους. Εκεί, υποτίθεται, θα πρέπει να εμφανιστεί ο ηθοποιός που κρύβεται. Κάθε όροφος έχει ένα ενιαίο μπαλκόνι που χρησιμεύει σαν εξωτερικός διάδρομος. Σε μια γωνιά, εκεί που πέφτει το περισσότερο φως, δυο γυναίκες πουδράρουν το πρόσωπο του ηθοποιού που θα εμφανιστεί. Καθώς εκείνος κάνει γκριμάτσες, μια ηλικιωμένη ένοικος βγαίνει από την πόρτα της και ποτίζει τις γλάστρες. Κρατάει ένα πράσινο ποτιστήρι και σέρνει τα βήματά της από φυτό σε φυτό. Φτάνει, τέλος, δίπλα στον ηθοποιό και του κάνει νόημα να μαζέψει τα πόδια για να ποτίσει τα γεράνια. Ο ηθοποιός δυσανασχετεί αλλά η γυναίκα δεν του δίνει σημασία βάζει απλώς το χέρι στη μέση και ρίχνει όλο το νερό πάνω στα κόκκινα άνθη.
 

*


  Το πάρκο Memento βρίσκεται στα περίχωρα της Βουδαπέστης. Είναι ένα υπαίθριο μουσείο στη μέση αχανών αγρών. Το σχήμα του είναι οβάλ κι έχει καλλωπιστεί στο μέτρο του δυνατού για να φιλοξενήσει καμιά σαρανταριά αγάλματα αλλοτινών εποχών. Το κομμουνιστικό παρελθόν της χώρας βρίσκεται στοιβαγμένο εδώ, σ’ ένα οικόπεδο που το επιβλέπουν δυο τεράστιες μπότες καθώς κι η μοναδική εργαζόμενη του υπαίθριου μουσείου. Το στενό γκισέ της βρίσκεται δίπλα σ’ ένα ξεχαρβαλωμένο Τράμπι κι η γυναίκα κόβει εισιτήρια, δίνει πληροφορίες κι ασχολείται με τα σουβενίρ –κούπες, μαγνήτες, αφίσες και μπρελόκ- που κοροϊδεύουν τον κομμουνισμό. Όταν δεν έχει δουλειά μιλάει στο τηλέφωνο και ρίχνει κλεφτές ματιές στο ρολόι.

  Οι μπότες που δεσπόζουν στην είσοδο είναι ό,τι απέμεινε από το άγαλμα του Στάλιν. Στην εξέγερση του Οκτωβρίου του 1956 ενάντια στους Ρώσους, εξαγριωμένα πλήθη κατέστρεψαν το επιβλητικό άγαλμα αφήνοντας μόνο τις μπότες. Αυτή η Επανάσταση πνίγηκε στο αίμα μπροστά στα μάτια της Δύσης που αδιαφόρησε, αναγκάζοντας διανοούμενους της εποχής, με προεξάρχοντα τον Καμύ, να ζητήσουν μια δίκαιη λύση. Ο ίδιος ο Καμύ, θεωρήσε αυτή την εξέγερση του ’56 ως παρακαταθήκη για το μέλλον της Ευρώπης ενάντια στην τυραννία.

  Τα απομεινάρια από το άγαλμα του Στάλιν μεταφέρθηκαν εδώ μαζί με τα υπόλοιπα αγάλματα που βρίσκονταν διάσπαρτα στην επικράτεια για να θυμίζουν εκείνη την εποχή. Χέρια απλωμένα που σφίγγονται σε γροθιές, πρόσωπα επιθετικά, όλα αυτά τ' αγάλματα που μοιάζουν να καλούν σε εξέγερση διηγούνται μια πτυχή της Ιστορίας της χώρας μέσα στον 20ο αιώνα.

  Στο συλλογικό υποσυνείδητο της Ουγγαρίας, τα χρόνια του κομμουνισμού έχουν εξομοιωθεί μ’ αυτά του ναζισμού. Στην είσοδο του Memento κρέμεται μια επιγραφή που το προσδιορίζει ως «πάρκο της κομμουνιστικής δικτατορίας». Αυτή η αναφορά έρχεται να συμπληρώσει το Σπίτι του Τρόμου, ένα μουσείο στο κέντρο της Βουδαπέστης, στη λεωφόρο Αντρασσύ, που ασχολείται –όπως αναφέρεται- «με τις θηριωδίες των δικτατοριών του ναζισμού και του κομμουνισμού».
 

*


  Δύο παλιομοδίτικα τελεφερίκ ανεβοκατεβαίνουν το λόφο στη Βούδα. Το πέρασμα του χρόνου έχει θαμπώσει δια παντός τα τζάμια τους και τίποτα δεν μπορεί πια να τα καθαρίσει. Ίσως αυτή η θαμπάδα να είναι το απαραίτητο φίλτρο για ν’ αντικρύσει κανείς το Λόφο του Κάστρου κι όλα τα μπαρόκ κτήρια που υψώνονται εκεί.

  Πλακόστρωτο λουσμένο στον ήλιο, φρουροί μπροστά από επιβλητική αρχιτεκτονική κι ο Δούναβης να κόβει την πόλη στα δύο. Σε σύγκριση με την Πέστη, η πραγματική ζωή εδώ απουσιάζει. Ανεβαίνει κανείς σ’ αυτό το λόφο για να μεταφερθεί σ’ άλλες εποχές, να φανταστεί αλλοτινά χρόνια που μοιάζουν ηρωικά δίχως πραγματικά να είναι και να γίνει μέρος ενός διάκοσμου τον οποίο θα θαυμάσει δίχως ωστόσο να κατορθώσει να εγκλιμαστεί σ’ αυτόν. Άνθρωποι που χάνονται στα σοκάκια με τα πολύχρωμα κτήρια και σταματούν άλλοτε μπροστά σε αναμνηστικά κι άλλοτε σε κιόσκια με παγωτό.

  Ο ήλιος καίει. Είναι απ’ αυτές τις μέρες που λόγω της ζέστης η Κεντρική Ευρώπη μοιάζει πρόσκαιρα μ’ ένα νησί της Μεσογείου. Άγνωστο για ποιο λόγο, πάνω σ’ αυτό το λόφο έχω την αίσθηση ότι παρακολουθώ ένα ρέκβιεμ για την Ευρώπη: δεν ξέρω αν φταίνε αυτά τα κτήρια που πάντοτε προορίζονταν για τους λίγους, αν φταίνε οι φανταχτερές εκκλησίες που αναλάμβαναν να υποτάξουν το πλήθος, δεν ξέρω αν φταίει η ζέστη ή αν απλώς φταίει η εποχή. Είναι όμως λες κι ο χρυσός αιώνας που έζησε μεταπολεμικά αυτή η ήπειρος να τελειώνει εδώ, πάνω σ’ αυτόν το λόφο, μπροστά σ’ αυτούς τους φρουρούς που φοράνε τσόχινα καπέλα. Φυλούν κτήρια στα οποία έχουν ελεύθερη πρόσβαση μόνο κυβερνήτες και λομπίστες, άνθρωποι που έχουν αρκετή δύναμη για ν’ αλλάξουν τόσο τη ροή του Δούναβη όσο και της Ιστορίας.

  Στο τέλος, κάτω απ’ αυτόν τον ήλιο του απομεσήμερου που αφήνει πίσω του μακριές σκιές, η Ευρώπη μοιάζει ν’ ανταλλάσσει εβδομήντα χρόνια αμφισβητήσιμης ειρήνης με μια χούφτα νεωτερισμών και νεολογισμών, οι οποίοι αποδεικνύονται τελικά η ιδανική φυλακή των κατοίκων της. Κοιτάζοντας το πλήθος που στριμώχνεται μπροστά απ' τα φυλάκια, νιώθω την ανάγκη να φανταστώ τους φρουρούς ν’ αποχωρούν. Φαντάζομαι, έπειτα, αυτές τις πύλες ν’ ανοίγουν κι όλοι οι μελλοντικοί επισκέπτες, ιδιαίτερα αυτοί που δεν έχουν ακόμα γεννηθεί, να φτάνουν σ’ ένα ανοιχτό παράθυρο με απεριόριστη θέα στο Δούναβη. Εκεί, θα μπορέσουν ν’ αναρωτηθούν και ν’ αμφισβητήσουν, να συνειδητοποιήσουν και να οραματιστούν. Δε θα υπάρχει ούτε φρουρός ούτε τείχη, μόνο ανοιχτός ορίζοντας. Είναι πάντα το εύρος του ορίζοντα που καθορίζει το μέλλον.
 

*


  Όταν φτάνω στο αεροδρόμιο βλέπω τον ίδιο άντρα έξω απ' τις αναχωρήσεις. Η μέρα είναι ηλιόλουστη κι εκείνος ζωγραφίζει ξανά πάνω στην μπλούζα του διαδρομές. Τότε βρισκόταν στις αφίξεις, τώρα στις αναχωρήσεις, είναι προφανές ότι έχει κάποια στρατηγική. «Ο Έλληνας», λέει όταν με βλέπει. Όπως με πληροφορεί, έχει προσθέσει άλλη μια τοποθεσία στο ταξίδι του και σημαδεύει ένα σημείο κοντά στο λαιμό. «Πόσοι άνθρωποι ζουν εκεί;» ρωτάω. «Α, δεν ξέρω», λέει, «εγώ θέλω μόνο να δω τους παιδικούς μου φίλους». Με ρωτάει χωρίς πραγματικό ενδιαφέρον για τις μέρες μου στη Βουδαπέστη και σύντομα η συζήτηση επανέρχεται στο ταξίδι του. «Γιατί στέκεσαι σήμερα στις αναχωρήσεις; Όταν προσγειώθηκα περίμενες στις αφίξεις», του λέω. Μ’ αυτή την αφοπλιστική του ειλικρίνεια, απαντάει: «Κοιτάζω πάντα τους πίνακες για να δω πότε έρχονται και πότε φεύγουν οι πτήσεις των πλούσιων χωρών. Στην επόμενη ώρα φεύγουν αεροπλάνα για τη Γερμανία, την Αγγλία και τη Σουηδία. Πιστεύω πως έχω καλές πιθανότητες να μαζέψω λίγα παραπάνω χρήματα».

  Ψάχνω στις τσέπες μου και βρίσκω συνολικά μισό κιλό κέρματα. Είναι όλα μικρές υποδιαιρέσεις του φιορινιού, που δεν αγόραζουν τίποτα σε οποιοδήποτε νόμισμα της Δύσης κι αν τα μετατρέψεις. Είναι τα ρέστα των προσφορών, αυτές οι τιμές του εμπορίου που αποφεύγουν να στρογγυλοποιηθούν για να μην απωθήσουν. Μισό κιλό κέρματα χωρίς καμία αγοραστική αξία –μπορούν μόνο ν’ αθροιστούν στο στομάχι ενός κουμπαρά μαζί μ’ άλλα κέρματα και να πραγματώσουν μετά από πολύ καιρό ένα μικρό ή ένα μεγάλο όνειρο.

  Με τα παχούλα του χέρια φτιάχνει ένα δοχείο για να υποδεχτεί τα χρήματα. Όλα αυτά τα κέρματα δεν είναι αρκετά ούτε καν για ένα εισιτήριο λεωφορείου που θα τον γυρίσει πίσω στη Βουδαπέστη. Τον φαντάζομαι να επιστρέφει τις νύχτες στο σπίτι και να τα ρίχνει σ’ έναν τεράστιο κουμπαρά. Κάθε νόμισμα που πέφτει στη σχισμή τού δίνει το δικαίωμα να ονειρευτεί μερικά ακόμα μέτρα στο δρόμο. Ίσως αυτή η διαδρομή που ονειρεύεται πάνω απ’ τον κουμπαρά να είναι και το μοναδικό ταξίδι που θα κάνει.