Νησιά Φερόε μέρος 5ο: Οι γιορτινές σημαίες

Στο λεωφορείο με ομίχλη και βροχή

Μολονότι έχω αποφασίσει να περάσω την ημέρα στην Τόρσαβν, κάτι με σπρώχνει μακριά. Τριγυρίζω στα εμπορικά καταστήματα υπό καταρρακτώδη βρόχη, μπαινοβγαίνω σε γκαλερί, κάνω ένα πέρασμα από την μπρασερί Hvonn κι απ’ το Κafé Kaspar, συζητάω μ’ όσους περισσότερους ανθρώπους μπορώ, ανεβαίνω στον φάρο για να δω την Τόρσαβν από ψηλά, τυλιγμένη στην ομίχλη και τη βροχή. Ωστόσο, κατά τις δύο το μεσημέρι αποφασίζω να πάρω το λεωφορείο για να πάω προς το νησί Vagar, όπου βρίσκεται το αεροδρόμιο αλλά και το χωριό Miðvágur. Ζουν περίπου χίλια άτομα εκεί κι όπως μου έχουν πει, στον κόλπο του λαμβάνει χώρα πολύ συχνά το grind.


  Οι καταρράκτες που κυλούν στις πλαγιές μοιάζουν απορρυθμισμένοι: ο δυνατός άνεμος στέλνει το νερό προς τα πάνω και το κάνει ν’ ακολουθεί την αντίθετη πορεία, ενάντια στη λογική και τη φυσική. Όταν φτάνω στο Miðvágur, η βροχή πέφτει με τέτοια ορμή που δεν μπορώ καν να βγω από τη στάση του λεωφορείου που βλέπει από ψηλά τον κόλπο. Η θάλασσα παραδόξως είναι σχετικά ήρεμη για τις συνθήκες που επικρατούν, αλλά στη στεριά δεν μπορείς καν να περπατήσεις. Παραμένω στη στάση, κοιτάζοντας τον κόλπο και προσπαθώντας να φανταστώ πώς μοιάζει τις ημέρες που το νερό γίνεται κόκκινο. Δεν είναι μέρα που οι φάλαινες κολυμπούν κοντά στα Φερόε κι αμφιβάλλω αν υπάρχουν ψαράδες στη θάλασσα έτσι κι αλλιώς. Καπνίζω δυο τσιγάρα δίχως να μπορέσω να ξεμυτίσω κι αφήνω τη στάση μόνο για να επιβιβαστώ μισή ώρα αργότερα στο λεωφορείο για την Τόρσαβν.

*

  Το βράδυ συναντώ τη Σαμπίνε στο Sirkus για να μου πει πώς ακριβώς σκοπεύει να επιβιώσει στα Φερόε. Το Sirkus είναι ένα μπαρ με τρεις ορόφους πίσω από το άγαλμα του Νολσόγιαρ Παλ, ο οποίος σκεπάζει με το χέρι του το μέτωπο κι αγναντεύει τον ωκεανό.


  Στον πρώτο όροφο, μια χούφτα φεροέζοι ποιητές απαγγέλουν τα ποιήματά τους σ’ ένα κοινό που είναι εξαιρετικά μικρό. Ακούμε λίγο τη μουσική της γλώσσας κι ύστερα ανεβαίνουμε στον δεύτερο όροφο. Στην προσπάθειά της να μείνει στα Φερόε, η Σαμπίνε προσπαθεί να πιαστεί κυριολεκτικά απ’ όπου μπορεί. Έχει προσφερθεί να τη φιλοξενήσει ένας «μη-Φεροέζος», όπως λέει, στο σπίτι του, ο οποίος της παραχωρεί δωρεάν ένα δωμάτιο. Κι η Σαμπίνε μένει εκεί, με αντάλλαγμα να καθαρίζει το σπίτι και ν’ ανέχεται την κακή συμπεριφορά του. Τις τελευταίες μέρες την παρενοχλεί κι όταν είναι αρκετά μεθυσμένος προσπαθεί να τη φιλήσει. Εκείνη τον αποφεύγει. Με ρωτάει ποια είναι η γνώμη μου. Της λέω να φύγει απ’ το σπίτι και να ψάξει να μείνει κάπου μόνη της. Μου λέει πως θα δυσκολευτεί να πληρώσει το ενοίκιο. Ύστερα, βγάζει ένα τεράστιο μπλε βιβλίο και λέει: «Προσπαθώ να μάθω τη γλώσσα. Έχω ήδη κάνει τα χαρτιά μου για να πάρω άδεια παραμονής εδώ».


  Αρχίζει να διαβάζει λέξεις στα φεροέζικα και να μου λέει τι σημαίνουν, αλλά σταδιακά αφαιρούμαι κι απλώς πού και πού της γνέφω. Δεν έχω ιδέα αν θα κατορθώσει να σταθεί στα Φερόε υπό αυτές τις συνθήκες. Ακόμα κι ο Ντέτλεβ, που έχει επισκεφθεί είκοσι-μία φορές τα Νησιά, δεν έμεινε εδώ: προτιμούσε πάντοτε να επιστρέφει. «Σήμερα έφυγε», λέει η Σαμπίνε, «και την άλλη βδομάδα θα πάει στο Ισραήλ».

*

  Αργότερα το ίδιο βράδυ πηγαίνω μόνος μου στο Café Natur. Είναι ένα μπαρ με ξύλινο διάκοσμο κι αποτελεί μια πολεοδομική ιδιαιτερότητα της πόλης: βρίσκεται στη μέση δυο δρόμων και μοιάζει να σχηματίζει πλατεία. Θα μπορούσε να είναι το δέκατο-ένατο νησί των Φερόε. Έχει μια μικρή σκηνή σε μια άκρη και πολύ συχνά φιλοξενεί μουσικούς που ανεβαίνουν να παίξουν με την κιθάρα τους. Απ’ ότι μαθαίνω, όλοι οι μουσικοί που μου έχει αναφέρει η Σουζάνα από το Tutl έχουν περάσει τουλάχιστον μία φορά από τη σκηνή του Café Natur: κατά κάποιο τρόπο, αυτό το μπαρ τούς βαφτίζει στην καλλιτεχνική ζωή των Φερόε.


  Λίγο πριν τα μεσάνυχτα το μπαρ έχει μόνο λίγες παρέες, ωστόσο κατά τη μία γεμίζει ασφυκτικά. Μιλάω με τη σερβιτόρα και μου λέει πως αυτό είναι συνηθισμένο: επειδή το αλκοόλ στα φερόεζικα μπαρ είναι ακριβό, οι κάτοικοι μένουν τουλάχιστον μέχρι τα μεσάνυχτα στο σπίτι τους και πίνουν εκεί. Όταν μετά βγαίνουν έξω για να διασκεδάσουν, δεν πίνουν πολύ, μιας κι είναι ήδη αρκετά μεθυσμένοι. Της ζητάω να μου βάλει μια Föroya Bjór κι έπειτα θυμάμαι τον Έιναρ Βάαγκ να μου λέει για εκείνες τις εκλογές πριν από έναν αιώνα, στις οποίες οι γυναίκες ψήφισαν την ποτοαπαγόρευση.

*

  Την Κυριακή το πρωί τριγυρνάω στο λιμάνι περιμένοντας την Σαμπίνε. Έχουμε κανονίσει να πάμε στο Kirkjubøur, το οποίο απέχει καμιά δεκαριά χιλιόμετρα από την Τόρσαβν. Καθώς περπατώ γύρω απ’ την ψαραγορά έχω την εντύπωση ότι ακούω ελληνικά. Αρκετά απορημένος, γυρίζω το κεφάλι μου και βλέπω δυο γυναίκες να περπατούν και να πηγαίνουν προς το Kaffihusið. Η μία απ’ αυτές φοράει ένα μπουφάν με το σήμα της Εθνικής Ελλάδος. Πιάνουμε κουβέντα και καταλήγουμε να πίνουμε καφέ μιας και η Σαμπίνε έχει αργήσει.


  Όπως γρήγορα μαθαίνω, ο αγώνας που έχω παρακολουθήσει πριν από μερικές μέρες γίνεται στα πλαίσια του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος κορασίδων, το οποίο διεξάγεται στα Φερόε. Στο τουρνουά λαμβάνει μέρος και η Ελλάδα, έστω κι αν η πορεία της δεν είναι η καλύτερη δυνατή. Η Μυρσίνη και η Ελισσάβετ μιλάνε για τα προβλήματα της Ομοσπονδίας και πραγματικά είναι ν’ απορεί κανείς πώς έχει συγκροτήσει ομάδα κορασίδων η Ελλάδα μετά απ’ τα όσα λένε. Είναι χαμογελαστές και κοιτούν τον ήλιο που σήμερα επανεμφανίζεται ύστερα από μέρες απουσίας. Τις ρωτώ πώς τους φαίνονται τα Φερόε. «Δεν είναι για πολύ», μου απαντούν.


  Εκείνη τη στιγμή βλέπω την Σαμπίνε να έρχεται. Κάθεται δίπλα μου και λέει: «η κατάσταση έφτασε χθες το βράδυ στο απροχώρητο και δεν αντέχω άλλο. Το αποφάσισα», λέει, «αυτή είναι η τελευταία μου μέρα στα Φερόε».

*

Στο δρόμο για το Κιρκγιούμπουρ

  Φτάνουμε στο Kirkjubøur με ταξί, καθώς δεν υπάρχει συγκοινωνία τα σαββατοκύριακα για εκεί. Είναι ένας παραθαλάσσιος οικισμός που βλέπει προς δυο νησάκια –το ένα απ’ αυτά, το Κόλτουρ, έχει καμιά δεκαριά κατοίκους. Με μια πρώτη ματιά, το Kirkjubøur μοιάζει χτισμένο σε τρεις παράλληλες ευθείες, αν και το κέντρο του ενδιαφέροντός του βρίσκεται στην ανατολική του άκρη, εκεί όπου δεσπόζει η πιο παλιά εκκλησία των Φερόε, χτισμένη το 1111. Δίπλα ακριβώς, βρίσκεται ένα παλαιό φεροέζικο σπίτι, το οποίο λειτουργεί σαν μουσείο: ένα κομμάτι της οροφής έχει αφαιρεθεί για να φεύγει ο καπνός, όπως ακριβώς έχτιζαν κάποτε τα σπίτια εδώ.

 

  Βγάζουμε μερικές φωτογραφίες κι ύστερα περπατάμε στη βραχώδη παραλία, ψάχνοντας μάταια για λίγα βότσαλα. «Οι καρτ-ποστάλ που έστειλα από τα Φερόε μού κόστισαν πάνω από εκατό ευρώ», λέει η Σαμπίνε. «Ήθελα να πω σε όλους πόσο ευτυχισμένη ήμουν για το νέο ξεκίνημα που θα έκανα και πόσο πολύ ανυπομονούσα. Κι όμως», συνεχίζει, «αύριο φεύγω». Καθώς κοιτάζει τα απέναντι νησιά να χάνονται στην ομίχλη μοιάζει μετανιωμένη για την επιλογή της να έρθει εδώ. «Ήταν αφελές», λέει, «όλο αυτό ήταν από την αρχή αφελές».


  Προκειμένου να μην κυλήσει κανένας απ’ τους δύο στη μελαγχολία της τελευταίας μέρας, της λέω πώς έχουμε ακόμα μια ώρα εδώ και πώς είναι ευκαιρία να δοκιμάσουμε κάτι: να πάμε να χτυπήσουμε την πόρτα του Tróndur Patursson. Μου έχουν δώσει τη διεύθυνσή του από το Μουσείο Λίστασαβν και σύμφωνα με το χάρτη το σπίτι του βρίσκεται στην απέναντι πλευρά κι είναι το τελευταίο σπίτι του χωριού.


Ανηφορίζουμε την πλαγιά και περνάμε μπροστά από πρόβατα που βόσκουν ελεύθερα κι άλογα που σεργιανίζουν πίσω από περίφραξη. Παρατηρώ ότι παντού απ’ όπου περνάμε ανεμίζουν οι σημαίες των Φερόε. Προσπαθώ να καταλάβω αν πρόκειται για κάποια εθνική γιορτή, ωστόσο στην Τόρσαβν δε θυμάμαι να είδα κάτι παρόμοιο. Περνάμε από ένα σπίτι που μοιάζει να έχει γιορτή και κάποιοι φορούν παραδοσιακές ενδυμασίες, ώσπου φτάνουμε στο τελευταίο σπίτι στην πλαγιά, στο σπίτι του Tróndur Patursson όπως επιβεβαιώνει και τ’ όνομα στο γραμματοκιβώτιο.


  Χτυπάω μερικές φορές την πόρτα όμως δεν απαντάει κανείς. Κοιτάζω από τα παράθυρα και βλέπω πίνακες ζωγραφικής καθώς και μια-δυο μεγάλες επιφάνειες τις οποίες αδυνατώ να προσδιορίσω. Υλικά και χρώματα στεγνώνουν στον κήπο. «Τόσο πολύ σου αρέσει σαν καλλιτέχνης;» ρωτάει η Σαμπίνε. Της απαντώ καταφατικά, αν και η αλήθεια είναι ότι η πρώτη φορά που άκουσα τ’ όνομά του δεν ήταν λόγω της τέχνης. Το 1976, ο Patursson διέσχισε μαζί με τον Τιμ Σεβερίν τον Ατλαντικό, ξεκινώντας από την Ιρλανδία και περνώντας απ’ τα Φερόε. Είχαν χρησιμοποιήσει μια μικρή ξύλινη βάρκα με επένδυση από δέρματα ζώων, πιστό αντίγραφο αυτών που έφτιαχναν τον 6ο αιώνα. Οι δυο τους ήθελαν να δείξουν ότι αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο έφτασαν οι πρώτοι κάτοικοι στην Αμερική, πολύ πριν τους Βίκινγκ και τον Κολόμβο. Το ταξίδι κράτησε περισσότερες από εκατό ημέρες και τελικά έφτασαν σώοι στον προορισμό τους. Φυσικά, το γεγονός ότι το ταξίδι πέτυχε δεν αποδεικνύει τίποτα. Ωστόσο, κατόρθωσαν να πείσουν πως κάτι τέτοιο ήταν εφικτό.


  Αφήνουμε πίσω το σπίτι του Patursson και περνάμε ξανά μπροστά από το σπίτι με τη γιορτή. Βλέπω κάποιον να στέκεται έξω και τον ρωτάω μήπως ξέρει αν ο Tróndur Patursson βρίσκεται στο χωριό. «Για να είμαι ειλικρινής», απαντάει αυτός, «βρίσκεται μέσα σ’ αυτό εδώ το σπίτι. Είναι μια σημαντική μέρα σήμερα, ένα παιδί από το χωριό γίνεται 14 χρονών και γιορτάζουμε το confirmation (χρίσμα). Μπορώ να του πω πως είστε εδώ πάντως...» Του λέω πως θα ήταν ωραίο αν μπορούσαμε να τον χαιρετίσουμε, έτσι κι αλλιώς δεν έχουμε πολλή ώρα ακόμα στο χωριό. Ύστερα, ο άντρας πηγαίνει μέσα και λέω στην Σαμπίνε ότι μάλλον γι’ αυτό βλέπαμε τις σημαίες, ολόκληρο το χωριό φαίνεται να γιορτάζει επειδή ένα παιδί παίρνει το χρίσμα. Στην πραγματικότητα, όλο αυτό μοιάζει με μια αφορμή να έρθουν οι άνθρωποι κοντά, όπως θα έλεγε κι ο Άλεξ Σόλσταϊν.


  «Έκανα ότι μπορούσα...», λέει με νόημα ο άντρας, κάπως σκυθρωπός. Του λέω πως δεν πειράζει και του ζητώ απλώς να του μεταβιβάσει θερμούς χαιρετισμούς. Μετά, ξεκινάμε για το μικρό λιμάνι του Kirkjubøur, εκεί που θα μας περιμένει το ταξί. Φεύγοντας, ρίχνω μια κλεφτή ματιά στο παράθυρο και νομίζω πως βλέπω τον Patursson να περνάει φευγαλέα κρατώντας ένα ποτήρι. Δεν είμαι ωστόσο σίγουρος πως είναι αυτός.


  Όταν φτάνουμε στο λιμάνι, βλέπουμε σε μια άκρη του μικρού κολπίσκου να κείτεται μια νεκρή αγελάδα. Όπως το κύμα χτυπάει το μεγαλόσωμο ζώο, ακούγεται ένας υπόκωφος θόρυβος. Το πιθανότερο είναι ότι η αγελάδα έχει πεθάνει σε κάποιο από τα απέναντι νησιά και το κύμα την ξέβρασε στο Kirkjubøur.


  Το ταξί σταματάει μπροστά μας. Μπαίνουμε μέσα κι ο οδηγός είναι ευδιάθετος. Του αρέσει να εξασκεί τα αγγλικά του και μας δίνει συνεχώς πληροφορίες. Σε κάποια στιγμή λέει: «Χάρη στη θύελλα, η Τόρσαβν δε χρησιμοποίησε χθες καθόλου ρεύμα από τ’ αποθέματά της. Το 60% προήλθε από την αιολική ενέργεια και το υπόλοιπο 40% από την υδροηλεκτρική», λέει. Η Σαμπίνε δε μιλάει καθόλου κατά τη διάρκεια της διαδρομής και φτάνουμε στην Τόρσαβν λίγο πριν το ηλιοβασίλεμα.

*

  Το βράδυ αποφασίζω να κάνω μια βόλτα σ’ όλα τα καφέ και τα μπαρ στα οποία πέρασα λίγες ώρες και ν’ αποχαιρετήσω τους ανθρώπους που συνομίλησα. Ξεκινάω από το Café Natur, συνεχίζω στο Hvonn και καταλήγω στο Sirkus, όμως κανένα από τα γνώριμα πρόσωπα δεν είναι εκεί. Ακόμα κι όταν στο τέλος καταλήγω στο Κafé Kaspar η Ελίν δεν βρίσκεται εκεί. Είναι λες και το ταξίδι αποσύρει σιγά σιγά τους ήρωές του, τους εξαφανίζει μέσα στην ομίχλη και τους κρατάει σαν ανάμνηση για πάντα στα Φερόε. Για μια στιγμή μάλιστα, αμφιβάλλω αν όλοι αυτοί υπήρξαν πραγματικά.


  Όταν περασμένα μεσάνυχτα επιστρέφω στο ξενοδοχείο και ζητάω το κλειδί για το δωμάτιο 206, ο ρεσεψιονίστ μου δίνει μαζί κι ένα σημείωμα. Είναι από την Σαμπίνε και γράφει: «Ευχαριστώ για την υποστήριξη και την εκδρομή στο Kirkjubøur. Θα φύγω με το πρωινό αεροπλάνο. Σκέφτομαι να δοκιμάσω την τύχη μου στην Κοπεγχάγη. Ελπίζω να τα ξαναπούμε κάποια στιγμή –κι ελπίζω να είναι στα Φερόε».

*

Mikkalina Glas

  Το επόμενο πρωί, μία ώρα πριν φύγω για το αεροδρόμιο, έχω ραντεβού με την ιδιοκτήτρια του καταστήματος Mikkalina Glas. Το μαγαζί βρίσκεται σ’ ένα κίτρινο χαμηλό κτίσμα στην άκρη του εμπορικού δρόμου της Τόρσαβν. Η Μίκκα, όπως μου συστήνεται, φτιάχνει αντικείμενα από γυαλί και τα περισσότερα απ’ αυτά είναι σωστά κομψοτεχνήματα. Μοιάζουν με μικροσκοπικά γλυπτά, όλα τους πολύχρωμα, εμπνευσμένα από το φεροέζικο τοπίο.


  Έχει διάθεση να μοιραστεί μαζί μου όλη την τεχνική της: πώς επιλέγει το γυαλί, πόσο χρόνο χρειάζεται για να το ψήσει στο φούρνο, πώς το κόβει, πώς το λιαίνει. Είναι μια διαδικασία αργή που μεταμορφώνει όμως το γυαλί σε όμορφα αντικείμενα, άλλοτε διακοσμητικά κι άλλοτε καθημερινής χρήσης. Λέει ότι πάντα της άρεσε να πειραματίζεται με το γυαλί και πως αυτό που ξεκίνησε κάποτε σαν χόμπι έφτασε να είναι εδώ και αρκετά χρόνια ο τρόπος που βιοπορίζεται. Αναρωτιέμαι ποια είναι η έμπνευσή της κι εκείνη απαντάει «η φύση. Όλα αυτά τα χρώματα που βλέπω γύρω μου, εδώ στα Νησιά Φερόε, είναι η έμπνευση. Προσπαθώ να βάζω πάντοτε και μια χιουμοριστική νότα στη δουλειά μου, ξέρεις, μπορεί να μη φαίνεται με την πρώτη, αλλά οι Φεροέζοι έχουν αρκετό χιούμορ. Εκτός από τη φύση», λέει μετά, «εμπνέομαι συχνά κι από τους καλλιτέχνες, κυρίως από τον Tróndur Patursson, που ασχολείται πολύ με το γυαλί».


  Της λέω πως δυστυχώς πρέπει να φύγω και τη ρωτάω αν μπορώ να τη βγάλω μια φωτογραφία. Δεν έχει απολύτως κανένα πρόβλημα, λέει, και παίρνει θέση μπροστά από ένα ράφι με διακοσμητικά. Φοράει τα κόκκινα γυαλιά της και ποζάρει μέσα στο ζεστό μαγαζί της, που είναι και το τελευταίο που επισκέπτομαι στην Τόρσαβν.

*

Στο αεροδρόμιο Vagar

  Βλέπω από την τζαμαρία του αεροδρομίου τον διάδρομο απογείωσης. Από την οροφή κρέμονται γυάλινα θαλασσοπούλια, τα οποία έχει φιλοτεχνήσει ο Tróndur Patursson κι είναι τέτοια η πλαστικότητά τους που μοιάζουν να πετούν μέσα στην αίθουσα. Κόσμος πηγαινοέρχεται μέσα στο μικρό αεροδρόμιο, το οποίο αυτή την εποχή φιλοξενεί όλες κι όλες δυο-τρεις διεθνείς πτήσεις την ημέρα. Αγορές αναμνηστικών λίγο πριν την αναχώρηση για την Κοπεγχάγη.


  Όταν ξεκινάει η επιβιβίβαση σκέφτομαι όλους τους ανθρώπους που συνομίλησα –και μόνο μέσα από τα πρόσωπά τους μπορώ να επισκεφθώ ξανά τα απόκρημνα τοπία των Φερόε που κόβουν την ανάσα. Σκέφτομαι τις συζητήσεις, τον τρόπο με τον οποίο σιγά σιγά ανοίγονται οι ντόπιοι παρά τους δισταγμούς τους, τις ιστορίες που μοιράστηκαν μαζί μου κι ύστερα σκέφτομαι τους αποχαιρετισμούς. Συνηθισμένος από την Ελλάδα που οι αποχαιρετισμοί διαρκούν κάμποση ώρα, εδώ, στη μέση του Βόρειου Ατλαντικού, οι άνθρωποι λένε απλώς «γεια» και φεύγουν. Δεν υπάρχουν χειραψίες κι αγκαλιές, ούτε ένα τελευταίο δεκάλεπτο κουβέντας στα όρθια. Απλώς αποχωρούν κι έχουν τη βεβαιότητα ότι θα ξανασυναντηθούν για να συνομιλήσουν και να περάσουν λίγο χρόνο κάτω απ’ αυτά τα εμβληματικά βουνά.


  Καθώς το αεροπλάνο απογειώνεται κι ανεβαίνει πάνω απ’ τα σύννεφα, σκέφτομαι ότι ο τρόπος αποχαιρετισμού των ντόπιων είναι ο ιδανικός για ν’ αφήσει κανείς πίσω του τα Νησιά Φερόε.

 

Διαβάστε εδώ το πρώτο μέρος του οδοιπορικού, εδώ το δεύτερο, εδώ το τρίτο κι εδώ το τέταρτο.