Νησιά Φερόε μέρος 3ο: Πέντε χιλιάδες κομμάτια ξύλου

Τόρσαβν

Το επόμενο πρωί ξυπνάω από τον άνεμο. Μαστιγώνει τα παράθυρα με δύναμη και τα λιγοστά ψηλά δέντρα λυγίζουν κι ακουμπούν στο έδαφος. Όπως μου λέει η Ουν που εργάζεται στη ρεσεψιόν, η ταχύτητα του ανέμου φτάνει τα εκατό χιλιόμετρα, ενώ σε κάποιες στιγμές αγγίζει τα εκατόν είκοσι. Πού και πού βρέχει και μ’ αυτές τις συνθήκες είναι αδύνατο να μετακινηθεί κανείς, τουλάχιστον με το φέρρυ ή το ελικόπτερο.


  Αποφασίζω πως είναι καλύτερο να περάσω τη μέρα στην Τόρσαβν, να μπαινοβγαίνω από μαγαζί σε μαγαζί και να κουβεντιάζω με τους ντόπιους. Ακόμα κι αυτό αποδεικνύεται δύσκολο: σ’ ένα ανοιχτό σημείο του δρόμου ο άνεμος με παρασέρνει για τέσσερα-πέντε βήματα κι ευτυχώς προλαβαίνω να πιαστώ από έναν φράχτη και να περπατήσω μερικά μέτρα μέχρι να βρω ένα σημείο να σταθώ. Οι διαδρομές των προηγούμενων ημερών δεν είναι αυτονόητες πλέον και ο καιρός δίνει μια γεύση για το πώς μοιάζει ο χειμώνας στα Νησιά Φερόε.


  Στους δρόμους δεν κυκλοφορεί ψυχή. Μπαίνω στο Tutl, το μικρό δισκάδικο της πόλης που λειτουργεί ταυτόχρονα κι ως δισκογραφική εταιρεία. Βρίσκεται εκεί από το 1977 και σκοπός του είναι η προώθηση της φεροέζικης μουσικής. Η Σουζάνα είναι ένα εικοσάχρονο κορίτσι που εργάζεται στο Tutl. Την ρωτάω αν έχει να μου προτείνει κάποιους καλλιτέχνες, είτε γνωστούς είτε άγνωστους, και τότε εκείνη αφήνει το ταμείο κι αρχίζει να πιάνει τα cd το ένα μετά το άλλο. Πρέπει να είναι τουλάχιστον δεκαπέντε άλμπουμ, οπότε κάθομαι στο σκαμπό, βάζω τα ακουστικά και ξεκινάω να παίρνω μια ιδέα απ’ την τοπική μουσική σκηνή.


  Έξω η θύελλα μαίνεται. Την ώρα που ακούω το δεύτερο ή το τρίτο cd, η Σουζάνα πλησιάζει, ακουμπάει ένα ακόμα στην ήδη μεγάλη στοίβα και μου γνέφει με νόημα: «αυτό». Είναι το άλμπουμ “Leipzig” από το συγκρότημα Orka. Χρησιμοποιούν αυτοσχέδια μουσικά όργανα ώστε ν’ αποδώσουν όσο πιο πιστά γίνεται τη φεροέζικη ατμόσφαιρα. Σκέφτομαι ότι αν πρέπει ν’ αγοράσω ένα άλμπουμ, τότε θα είναι αυτό και χωρίς δεύτερη σκέψη πηγαίνω στο ταμείο.


  Εκείνη τη στιγμή μπαίνει στο δισκάδικο ένας άντρας με μαλλιά που ανεμίζουν. Συστήνεται ως Κρίστιαν Μπλακ κι είναι μουσικός. Μιλάει με πάθος για την τοπική μουσική και για το ρόλο του Tutl στην πολιτιστική ζωή των Νησιών. Ύστερα, κάνει μια παύση και με ρωτάει από πού είμαι. Όταν του λέω ότι είμαι από την Αθήνα, βγάζει από την τσέπη του ένα φυλλάδιο με το μουσικό πρόγραμμα του 2015. «Του χρόνου τον Ιούνιο», λέει, «θα έρθουν Έλληνες εδώ, για να παίξουν στο φεστιβάλ μας. Για περίπου ένα μήνα έρχονται εδώ μουσικοί που ταξιδεύουν από νησί σε νησί και παίζουν μουσική. Πολλές φορές παίζουν μέσα σε σπήλαια λόγω της άψογης ακουστικής. Δεν ξέρω ποια μέρα θα παίξουν ακριβώς οι Έλληνες, αλλά πρέπει να δεις μια συναυλία σ’ αυτά τα σπήλαια. Πρέπει να ξαναέρθεις στα Φερόε».

*

Η Ελίν

  Συνήθως στο Kafé Kaspar πίνω μια τελευταία μπύρα το βράδυ, όμως εκείνη τη μέρα σταματώ σχεδόν ανά δύο ώρες για καφέ. Η Ελίν, η σερβιτόρα του καφέ, νομίζει κάθε φορά πως θα παραγγείλω φαγητό, όμως κάθε φορά της λέω, «έναν καφέ». Κουνάει το κεφάλι της χαμογελώντας και της εξηγώ ότι καθημερινά είμαι περισσότερες από δεκαέξι ώρες στο δρόμο κι ότι δεν κοιμάμαι περισσότερες από τέσσερις ώρες κάθε βράδυ. «Μα τόσο πολύ σου αρέσει εδώ;» ρωτάει.

*

  Στην Τόρσαβν βρίσκεται ένα από τα αρχαιότερα ting στον κόσμο κι ονομάζεται Tinganes. Τα ting ήταν ένα είδος αντιπροσωπευτικών συμβουλίων της εποχής των Βίκινγκ που λειτουργούσαν ταυτόχρονα κι ως δικαστήρια. Εκεί παίρνονταν όλες οι αποφάσεις, με γνώμονα την επικράτηση της λογικής και όχι του αίματος. Σ’ αυτό το βράχο -όπου ακόμα και σήμερα εδρεύει η φεροέζικη κυβέρνηση-, συγκεντρώνονταν οι Βίκινγκ ήδη από το 825 για να νομοθετήσουν και να δικάσουν. Ο εκχριστινιασμός της Σκανδιναβίας τον 12ο αιώνα και η εισαγωγή της δημοκρατίας, αφαίρεσαν σιγά σιγά τη σπουδαιότητα των ting από την καθημερινή ζωή. Αυτός ο βράχος, που μοιάζει να χωρίζει την Τόρσαβν στα δύο, είναι ίσως το πιο ιστορικό σημείο των Νησιών.


  Εκτός από την πρώιμη μορφή δημοκρατίας των Βίκινγκ, εδώ ήταν ο τόπος εμπορίου των Φερόε, καθώς δεκάδες άνθρωποι κατέφταναν απ’ όλα τα νησιά προκειμένου ν’ ανταλλάξουν προϊόντα –και το μαλλί των προβάτων ήταν πάντοτε το πολυτιμότερο. Αν στις 30 Ιανουαρίου του 1673 δεν εκδηλωνόταν μια τεράστια πυρκαγιά στην μπαρουταποθήκη (η οποία κατέστρεψε ολοσχερώς τα κτήρια του Tinganes), το πιθανότερο είναι ότι πάνω σ’ αυτό το βράχο θα είχε κανείς μια πλήρη εικόνα για το πώς έμοιαζε η ζωή στην Τόρσαβν χίλια χρόνια πριν. «Η φωτιά πάντως δεν ξεκίνησε μόνη της», μου λέει με νόημα ένας διοικητικός υπάλληλος. «Εκείνη την εποχή υπήρχε το Βασιλικό Εμπορικό Μονοπώλειο, το οποίο ουσιαστικά ρύθμιζε όλη τη νομοθεσία με βάση τη θέληση του Δανού βασιλιά. Για τον τότε εγκάθετο του βασιλιά στην Τόρσαβν, υπήρχαν κατηγορίες για κραυγαλέες ατασθαλίες. Λέγεται ότι ήταν αυτός που έβαλε τη φωτιά στην μπαρουταποθήκη, προκειμένου να καταστρέψει όλα τα εμπορικά βιβλία. Αν το καλοσκεφτείς», λέει ειρωνικά, «για να σώσει το τομάρι του εξαφάνισε το αρχαιότερο είδος κοινοβουλίου της Σκανδιναβίας».

*

Γυναικείο ποδόσφαιρο στην Τόρσαβν

  Ανηφορίζω προς το Listasavn, την πινακοθήκη της Τόρσαβν. Βρέχει και φυσάει κι όπως πάντα έχω ξεχάσει να πάρω ομπρέλα μαζί μου. Ο άνεμος φέρνει από κάπου μακριά μια μουσική που θυμίζει εθνικό ύμνο. Προσπαθώ να επικεντρωθώ στη μουσική και συνειδητοποιώ ότι είναι ο ύμνος της Ιταλίας. Στην κορυφή του δρόμου ξεχωρίζουν οι προβολείς ενός γηπέδου και σκέφτομαι να κάνω μια παράκαμψη και να δω αν όντως μπορεί να παιχτεί ποδόσφαιρο υπό αυτές τις συνθήκες.


  Ο κόσμος στο γήπεδο είναι λιγοστός. Το ποδόσφαιρο στα Φερόε είναι ερασιτεχνικό, ακόμα κι όσοι ασχολούνται με αυτό κάνουν άλλες δουλειές για να επιβιώσουν. Βλέπω στο γήπεδο κορίτσια με τις εθνικές στολές της Ιταλίας και των Φερόε και κάποιος δίπλα μου μ’ ενημερώνει ότι είναι αγώνας κάτω των 17 χρονών. Παίρνω θέση στην εξέδρα κι αποφασίζω να δω το πρώτο ημίχρονο. Δεν υπάρχει αστυνομία στο γήπεδο και στην απέναντι εξέδρα γίνονται εργασίες συντήρησης. Εδώ η ζωή δε μοιάζει να σταματάει όταν παίζεται ποδόσφαιρο. Στο πρώτο λεπτό του αγώνα οι Ιταλίδες σκοράρουν και το κάνουν αυτό άλλες τρεις φορές μέχρι τη λήξη του ημιχρόνου. Το 0-4 δεν πτοεί όσους έχουν έρθει να παρακολουθήσουν τον αγώνα. Ο κόσμος το διασκεδάζει, φωνάζει υπέρ των Φερόε, απογοητεύεται ελαφρώς όταν οι Ιταλίδες σκοράρουν, αλλά αυτό για μια στιγμή, καθώς έπειτα χειροκροτεί τις αντιπάλους: το ποδόσφαιρο στην πιο αγνή του εκδοχή.

*

  Στο Listasavn έχω έρθει για να δω τα έργα του Tróndur Patursson. Είναι ίσως ο μοναδικός διάσημος καλλιτέχνης των Φερόε έξω απ’ την πατρίδα του και σήμα κατατεθέν του είναι οι γυάλινες εγκαταστάσεις. Μου έχουν δώσει το τηλέφωνό του κι από την πρώτη κιόλας μέρα τον καλώ προκειμένου να τον συναντήσω. Ωστόσο, δεν έχω ακόμα κατορθώσει να επικοινωνήσω μαζί του.


  Μία από τις εγκαταστάσεις του είναι ένα δωμάτιο γεμάτο πολύχρωμους καθρέφτες που επιχειρεί ν’ αναδείξει την απεραντοσύνη και συνάμα τη μοναξιά της θάλασσας. Αν κοιτάξει κανείς κάτω, έχει την ψευδαίσθηση ότι βλέπει ένα κενό εφτακοσίων μέτρων, που τον κάνει να νιώθει ασήμαντος. Αυτός είναι ο ωκεανός για τον Patursson: ένα παλλόμενο χάος γεμάτο πολύχρωμη ζωή.


  Περιπλανιέμαι στα υπόλοιπα δωμάτια όπου ξεχωρίζω τους πίνακες του Edward Fuglø. Είναι ένας καλλιτέχνης που διακρίνεται για τις καθαρές γραμμές του και τις απόκοσμες εικόνες που δημιουργεί. Ο πίνακας «Αποικία» στέκεται στη μέση ενός δωματίου: παρουσιάζει ένα πλήθος από θαλασσοπούλια στα οποία έχουν δοθεί ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Στέκονται σαν ένας μικρός στρατός κι ως ένδειξη της δύναμης και της εξουσίας τους είναι ντυμένα με κοστούμια. Σε άλλο σημείο της έκθεσης βλέπει κανείς μια σύγχρονη μεταφορά ενός παλιού πίνακα του ρεαλιστή ζωγράφου Μυκήνες, ο οποίος έζησε στο ομώνυμο νησί, ωστόσο ο Φούγκλο έχει φροντίσει να δώσει στο δικό του έργο έναν τόνο μοντέρνο.


  Την ώρα που στέκομαι μπροστά από έναν πίνακα που παρουσιάζει ένα κλασικό φεροέζικο τοπίο, χτυπάει το κινητό μου. Βλέπω στην οθόνη ότι έχω ένα νέο email. Είναι από τον Γιόαν, ο οποίος γράφει: «Ευχαριστώ πολύ για τον καπνό».

*

  Στο ξενοδοχείο Hafnia όπου διαμένω υπάρχει μια μεγάλη οθόνη στη ρεσεψιόν, που δείχνει την πρόβλεψη του καιρού κι ανανεώνεται κάθε ώρα. «Δε θα γίνει καλύτερος», μου λέει η Ουν, που στέκεται ακόμα εκεί. Τη ρωτάω τι κάνουν οι κάτοικοι όταν ο καιρός είναι έτσι. «Οι άντρες ασχολούνται με το ποδόσφαιρο και οι γυναίκες με το πλέξιμο», λέει γελώντας. «Παραείναι κλισέ αυτό, εντάξει, αλλά κάπως έτσι πάει. Υπάρχουν πολλές λέσχες πλεξίματος, αλλά μη νομίζεις ότι όλες οι γυναίκες ασχολούνται μ’ αυτό. Πολλές φορές συναντιούνται για να συζητήσουν, έστω κι αν λένε ότι πάνε για πλέξιμο». Τη ρωτάω αν ανήκει κι εκείνη σε κάποια λέσχη. «Ναι», λέει, «αλλά ανήκω απλώς για ν’ ανήκω. Δεν ακολουθώ καθόλου τις παραδόσεις όμως. Γενικά», συνεχίζει, «στα Φερόε δεν υπάρχει μέση κατάσταση: ή θα είσαι φανατικός με την παράδοση ή δε θα δίνεις δεκάρα». Έπειτα, κοιτάζει κάτι στην οθόνη του υπολογιστή και με ρωτάει: «Έπαιξες Gekkur;»


  Το Gekkur είναι η λοταρία των Νησιών και μοιάζει με το μπίνγκο. Έχει απανωτά τζακ-ποτ τον τελευταίο καιρό κι αύριο το βράδυ κληρώνει πάνω από ένα εκατομμύριο κορώνες. «Αυτό είναι περίπου διακόσιες χιλιάδες ευρώ», λέει. «Όπου κι αν βρίσκεσαι αύριο στις οχτώ το βράδυ, θα δεις ότι δε θα κυκλοφορεί ψυχή στο δρόμο. Όλοι θα βλέπουν τηλεόραση και θα περιμένουν να κερδίσουν. Ξέρεις», συνεχίζει, «είμαστε λιγότεροι από πενήντα χιλιάδες άνθρωποι εδώ. Το πιθανότερο είναι ότι θα γνωρίζουμε τον νικητή. Να πας στο σούπερ-μάρκετ ν’ αγοράσεις έναν λαχνό», με προτρέπει. «Θα ‘χει πλάκα αν κερδίσεις». Της εξηγώ ότι δεν έχω τύχη σ’ αυτά κι ότι η μόνη κλήρωση που έχω κερδίσει ποτέ είναι να βρίσκομαι στην εφορευτική επιτροπή σε εκλογές. «Να πας», μου λέει. «Αν το καλοσκεφτείς, περισσότερες πιθανότητες να κερδίσεις δεν θα έχεις πουθενά αλλού στον κόσμο».


  Μολονότι πιστεύω ακράδαντα ότι μία από τις μεγαλύτερες χαρές ενός ταξιδιού είναι ότι δε χρειάζεται να πηγαίνεις στο σούπερ-μάρκετ, τελικά μπαίνω σ’ ένα κι αγοράζω έναν λαχνό.

*

Σε μια πλαγιά στο δρόμο για το Κλάκσβικ

  Ο καιρός φαίνεται ότι θα παραμείνει έτσι μέχρι να φύγω. Την επόμενη μέρα αποφασίζω να επιστρέψω στο Κλάκσβικ, επειδή αισθάνομαι ότι η εικόνα που έχω για την πόλη είναι ελλειπής. Καθώς διασχίζω με το λεωφορείο βουνά που ενσωματώνουν όλες τις αποχρώσεις του πράσινου, του κίτρινου και του καφέ, νιώθω ότι αυτές οι λέξεις που γράφω στο σημειωματάριο είναι οι πιο τρικυμισμένες του ταξιδιού: η θύελλα κάνει το λεωφορείο να κουνιέται σαν βάρκα κι ο Ατλαντικός είναι έτοιμος ν’ ανέβει στη στεριά. Στις πιο δύσκολες στροφές, ο άνεμος χτυπάει με τέτοια ορμή το όχημα που ο οδηγός μοιάζει να χάνει ελαφρά τον έλεγχο και πρέπει να φρενάρει απότομα για να το κρατήσει στην πορεία του.


  Παρά την κακοκαιρία, τα πρόβατα ισορροπούν στις πλαγιές σαν ακροβάτες. Σκέφτομαι το παλιό φεροέζικο ρητό, «το μαλλί είναι χρυσός». Η εισαγωγή προβάτων από άλλες χώρες απαγορεύεται και πιστεύεται ότι ο γενετικός τους κώδικας έχει παραμείνει ανέπαφος επί αιώνες. Τα πρόβατα δεν είναι απλά μέρος του τοπίου, είναι ο τρόπος που κινείται ένα μεγάλο μέρος της οικονομίας των Νησιών: τα πουλόβερ που πλέκονται απ’ το μαλλί τους πωλούνται σε ειδικά καταστήματα, τα Heimavirki, και το μεγαλύτερο ποσοστό της είσπραξης πηγαίνει σε αυτήν ή αυτόν που το έπλεξε. Είναι μια διαρκής ενασχόληση των κατοίκων και η αφετηρία της χάνεται στους αιώνες.


  Στις στάσεις που κάνει το λεωφορείο για να πάρει μουσκεμένους επιβάτες, έχει την ευκαιρία κανείς να παρατηρήσει το ντύσιμο: όλοι φορούν αυτά τα παραδοσιακά μάλλινα πουλόβερ με τα γεωμετρικά μοτίβα. Άνθρωποι με μαλλιά που ανεμίζουν και χτυπούν στα πρόσωπα σαν καρφιά μπαίνουν στο λεωφορείο βιαστικά -κι απομένουν τα πρόβατα που τρέφονται στις πλαγιές, προκειμένου να ντύσουν τους μελλοντικούς χειμώνες των κατοίκων.

*

  Τρυπώνω στον τουριστικό οργανισμό του Κλάκσβικ για να προφυλαχθώ από τη δυνατή βροχή που έχει πιάσει. Οι δυο κοπέλες που δουλεύουν εκεί μου λένε ότι οι μετακινήσεις θα είναι δύσκολες σήμερα. «Καλό θα είναι να έχεις το νου σου μη σε παρασύρει ο άνεμος», λέει η μία απ’ αυτές, η Μπίρνα. Ρωτάω τι θα μπορούσα να δω και με μια φωνή απαντούν: «την εκκλησία». Προσπαθώ να τους εξηγήσω διακριτικά ότι δε με ενδιαφέρει ιδιαίτερα, όμως η Μπίρνα έχει ήδη σηκώσει το τηλέφωνο και μιλάει με κάποιον. «Τέλεια!», αναφωνεί. «Μπορεί σήμερα να είναι κλειστή για το κοινό, όμως ο κύριος Άλεξ Σόλσταϊν είπε ότι μπορεί να σε ξεναγήσει. Σε μισή ώρα θα σε περιμένει στην είσοδο».


  Η βροχή ευτυχώς σταματάει, ο ουρανός ανοίγει για λίγα λεπτά κι ένα ουράνιο τόξο εμφανίζεται πάνω απ’ το Κουνόυ στα Φερόε μπορείς να δεις και τις τέσσερις εποχές σε μία μέρα. Προχωράω αργά προς την εκκλησία χαζεύοντας τ’ αγάλματα που ακροβολίζονται στο Κλάκσβικ. Θα πρέπει να υπήρξε κάποιος παροξυσμός αντίστοιχος με των τούνελ, γιατί τόσο εδώ όσο και στην Τόρσαβν βλέπει κανείς συνεχώς αγάλματα. Έξω απ’ τον τουριστικό οργανισμό υπάρχει το άγαλμα ενός ανθρώπου που κάθεται σταυροπόδι και τον πλαισιώνει κάτι που μοιάζει με βουνό. Το όνομά του είναι Κγιόλμπρο κι αυτή είναι η μόνη πληροφορία που υπάρχει.


  Το πιο εντυπωσιακό άγαλμα, ωστόσο, βρίσκεται λίγα μέτρα παρακάτω. Δυο κάθετοι σμιλεμένοι βράχοι που ενώνονται χάρη στο σώμα μιας γυναίκας. Το κεφάλι της ακουμπάει στον αριστερό βράχο, τα πόδια της στον δεξιό. Μοιάζει σχεδόν οριζοντιωμένη, πέντε μέτρα πάνω απ’ το έδαφος, και κοιτάζει προς τον κόλπο του Κλάκσβικ. Ρωτάω έναν περαστικό που μόλις έχει βγει από την τράπεζα και τρέχει να μπει στο αυτοκίνητο. Κάνει μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας. «Είναι μια παλιά ιστορία της περιοχής, ένας μύθος. Δύο άντρες ήταν ερωτευμένοι μ’ αυτή τη γυναίκα, αλλά εκείνη δεν ήθελε κανέναν από τους δύο. Κάτι τέτοιο. Άντε τώρα να καταλάβεις γιατί φτιάχτηκε αυτό το άγαλμα».

*

Ο Άλεξ Σόλσταϊν

  Προχωρώντας προς τη λουθηρανική εκκλησία Christianskirkjan διαπιστώνω ότι είναι αρχιτεκτονικά ενδιαφέρουσα: έχει μαύρη πρόσοψη κι η σκεπή της είναι πέτρινη, ενώ το καμπαναριό είναι αποσπασμένο από το κτήριο και θυμίζει κιβωτό. Ο Άλεξ Σόλσταϊν με περιμένει στο αυτοκίνητό του. Μόλις του γνέφω, βγαίνει έξω για να με χαιρετήσει. Είναι ένας καλοσυνάτος συνταξιούχος που μιλάει τα καλύτερα αγγλικά που έχω ακούσει στα Φερόε. Φοράει μαύρο σακάκι και ψάχνει στις τσέπες του για τα κλειδιά. Όταν τα βρίσκει, ανάβει τα φώτα και προχωράμε στο εσωτερικό.


  Η εκκλησία είναι κατασκευασμένη το 1963 ακολουθώντας το παλιό νορβηγικό στυλ. «Η κολυμπήθρα που βλέπετε είναι η πιο παλιά στον κόσμο. Η ηλικία της υπολογίζεται στα τέσσερις χιλιάδες χρόνια. Είναι λίθινη κι αποτελεί δώρο της Δανίας προς τα Φερόε», λέει. Ύστερα, μου δείχνει το ιερό. «Κοιτάξτε πόσο επιβλητικό είναι», με προτρέπει ο Σόλσταϊν. «Εδώ υπάρχει μια παγκόσμια πρωτοτυπία. Η εικόνα που βλέπετε είναι ένα φρέσκο του 1901, το οποίο βρισκόταν σε μια εκκλησία στη Δανία. Ωστόσο, το 1910, εξαιτίας της υγρασίας, Ιταλοί τεχνίτες το απέσπασαν και το τοποθέτησαν πάνω σε καμβά προκειμένου να το μεταφέρουν για συντήρηση. Τελικά, το φρέσκο έμεινε για πάντα πάνω στον καμβά και κατέληξε στην Εθνική Πινακοθήκη της Κοπεγχάγης», λέει. «Δεκαετίες μετά, ο αρχιτέκτονας που θα σχεδίαζε την εκκλησία εντυπωσιάστηκε απ’ το φρέσκο στον καμβά και τότε συμφώνησε με τον διευθυντή του μουσείου να του το παραχωρήσει μ’ έναν όρο: να χτίσει την εκκλησία του Κλάκσβικ γύρω απ’ αυτό το φρέσκο».


  Την ώρα που γίνεται μια παύση, κοιτάζω ολόγυρα γι’ άλλα αντικείμενα που μπορεί να έχουν ενδιαφέρον. Σηκώνοντας το κεφάλι, βλέπω ότι απ’ το ταβάνι κρέμεται μια ξύλινη βάρκα. Τη δείχνω στον Σόλσταϊν κι εκείνος λέει: «Ναι, αυτή η βάρκα έχει ολόκληρη ιστορία, ανήκει στην εκκλησία εδώ κι εκατό χρόνια. Είναι μια οκτάκωπος, ονομάζεται «Δωροθέα», το οποίο στα ελληνικά σημαίνει «δώρο Θεού -α, συγγνώμη», λέει μετά, «ξέχασα ότι είστε Έλληνας». Κοιτάζει ξανά τη βάρκα και συνεχίζει: «Πριν από σχεδόν εκατό χρόνια, το 1913, αυτή ήταν μία από τις βάρκες που βγήκαν εκείνη τη θλιβερή μέρα για ψάρεμα. Δεν ξέρω αν έχετε ακούσει για το χωριό Skarð που έχασε όλο τον αντρικό του πληθυσμό;» Του γνέφω καταφατικά. «Αυτή λοιπόν η βάρκα», λέει κοιτώντας την με δέος, «ήταν η μόνη που επέστρεψε, έχοντας μέσα της ψαράδες απ’ το Κλάκσβικ». Εκείνη την ώρα, ανέλπιστα, λίγος ζεστός ήλιος μπαίνει στην εκκλησία. Ο Σόλσταϊν το αντιλαμβάνεται. Βγάζει τα γυαλιά του, κλείνει τα μάτια κι αφήνει το φως να τον λούσει. Μένει έτσι για μερικά δευτερόλεπτα και μόλις τα σύννεφα σκεπάζουν και πάλι τον ήλιο επανέρχεται. «Καταλαβαίνω ότι σας ενδιαφέρει η αρχιτεκτονική», λέει μετά, «οπότε ίσως βρείτε ενδιαφέροντα τα παράθυρα της εκκλησίας. Βλέπετε το σχήμα τους; Πολλοί κάτοικοι ζούσαν παλιά σε καΐκια, τα οποία είχαν ακριβώς τέτοια παράθυρα: έτσι αντίκρυζαν τότε το Κλάκσβικ».


  Ο Σόλσταϊν είναι ο ιδανικός άνθρωπος για να διηγείται ιστορίες. Όταν τον ρωτώ για το πόσο σημαντική είναι η θρησκεία στα Φερόε, εκείνος ξεκινάει ν’ αφηγείται: «Είναι πολύ σημαντική», λέει. «Είναι το αίσθημα της αλληλεγγύης που σπρώχνει τους ανθρώπους στη θρησκεία. Επιπλέον, το Κλάκσβικ έχει μια ιδιατερότητα: το 45% των κατοίκων του είναι Βαπτιστές. Αυτό είναι αρκετά παράξενο, ειδικά τη στιγμή που όλα τα Φερόε έχουν μονοψήφιο αριθμό Βαπτιστών. Δεν είναι καθόλου εύκολο να εξηγηθεί το πώς και το γιατί», συνεχίζει, «αλλά μία ερμηνεία σχετίζεται με τον Κγιόλμπρο, έναν έμπορο και πολιτικό των αρχών του 20ου αιώνα που ήταν τότε ο ισχυρότερος ανθρώπος των Νησιών. Το κτήριο του τουριστικού οργανισμού όπου σας εξυπηρέτησαν τα κορίτσια», συνεχίζει, «ήταν το σπίτι του Κγιόλμπρο. Φανταστείτε ότι είχε τόση δύναμη, που έκοψε δικό του νόμισμα κι έτσι ουσιαστικά κόντραρε απευθείας το βασίλειο της Δανίας. Με το χρήμα δε που έκοβε, πληρώνονταν οι εργαζόμενοί του, οι οποίοι ωστόσο ήταν υποχρεωμένοι να το ξοδεύουν στα καταστήματά του. Πολλοί που εργάζονταν γι’ αυτόν δεν ήταν ντόπιοι, αντίθετα έρχονταν από διάφορα μέρη του κόσμου και για ένα διάστημα έφτασαν εδώ πολλοί Βαπτιστές. Ίσως αυτή να είναι μια εκδοχή», λέει, «και πάντως οι επιχειρήσεις του Κγιόλμπρο υπάρχουν ακόμα και σήμερα στο Κλάκσβικ, μολονότι ο ίδιος πέθανε πριν από μισό αιώνα».


  Μετά, κατεβαίνουμε στο υπόγειο, στην «αίθουσα εκδηλώσεων» όπως την αποκαλεί προκειμένου να μην πει «κηδειών και μνημοσύνων». Είναι ένας χώρος γεμάτος καρέκλες και τραπέζια και στους τοίχους δεσπόζουν δέκα στρογγυλοί πίνακες που παρουσιάζουν διάφορα επεισόδια από τη Βίβλο. Η τεχνοτροπία τους είναι ενδιαφέρουσα, είναι πίνακες μοντέρνοι, με χρώματα που δεν τα βλέπει κανείς σε εκκλησίες. Ο Σόλσταϊν λέει πως «είναι φτιαγμένοι από πέντε χιλιάδες κομμάτια ξύλου, ένας φόρος τιμής σε κάθε έναν από τους πέντε χιλιάδες κατοίκους που ζουν στο Κλάκσβικ. Ουσιαστικά, αυτός που τους φιλοτέχνησε ένωσε κομμάτια ξύλου κι ύστερα ζωγράφισε επάνω τους. Δημιουργός τους είναι ένας καλλιτέχνης που ζει στο Κλάκσβικ και ονομάζεται Έντβαρντ Φούγκλο».


  Βγαίνουμε απ’ την εκκλησία κι ο Σόλσταϊν σβήνει σιγά σιγά όλα τα φώτα. Έπειτα, κλειδώνει και στεκόμαστε στο προαύλιο με το εντυπωσιακό Κουνόυ να δεσπόζει. Ο άνεμος έχει δυναμώσει κι άλλο. «Σας ευχαριστώ πολύ», του λέω και του δίνω το χέρι μου. Εκείνος, λέει «Παρακαλώ», αλλά μοιάζει για μια στιγμή αμήχανος με τη χειραψία. Μου δίνει τελικά το χέρι του. «Στα Φερόε», εξηγεί μετά, «δίνουμε πάντοτε το χέρι όταν συναντούμε κάποιον αλλά ποτέ στον αποχαιρετισμό».

(συνεχίζεται)

Διαβάστε εδώ το 1ο μέρος και εδώ το 2ο μέρος.