Νησιά Φερόε μέρος 2ο: Τα τελευταία κύματα του Ατλαντικού

Ο Έιναρ Βάαγκ

Το λεωφορείο για το Κλάκσβικ διασχίζει ένα ακόμα υποθαλάσσιο τούνελ. Στο βαθύτερο σημείο του φωτίζεται έντονα απο χρωματιστές λάμπες, τις οποίες έχει σχεδιάσει ο καλλιτέχνης Tróndur Patursson. Είναι το κομβικό σημείο του τούνελ, καθώς μόνο εκεί υπάρχει για μερικά μέτρα επίπεδη επιφάνεια, αφού αμέσως μετά ξεκινούν τα περίπου δυόμισι χιλιόμετρα ανηφορικής διαδρομής προς την έξοδο.


  Το Κλάκσβικ απλώνεται σε δυο απότομες πλαγιές εκατέρωθεν του κόλπου. Απέναντί του στέκεται το Κουνόυ, ένα κοντινό νησί που με τον όγκο του σκεπάζει τον μισό ουρανό κι ολόκληρο τον ορίζοντα. Είναι μια πόλη πέντε χιλιάδων κατοίκων κι η δεύτερη μεγαλύτερη των Νησιών. Θεωρείται από τις πιο ζωντανές περιοχές των Φερόε, αφού υπάρχει ανέλπιστα μεγάλος αριθμός καλλιτεχνικών δρώμενων, ενώ τη δεκαετία του ’60 είχε ξεκινήσει εδώ μια κοινωνική αναταραχή που υποχρέωσε τη δανέζικη κυβέρνηση να στείλει αστυνομία για να κατευνάσει τα πνεύματα.


  Δίπλα από το σταθμό των λεωφορείων βρίσκεται το μικρό εργοστάσιο της Föroya Bjór. Είναι η μικρή ζυθοποιία των Φερόε και για σήμα της έχει ένα πράσινο κριάρι. Στην είσοδο με υποδέχεται ο ιδιοκτήτης, ένας ασπρομάλλης άντρας που ονομάζεται Έιναρ Βάαγκ. Καθόμαστε στο γραφείο του και πριν πούμε οτιδήποτε άλλο, ο Έιναρ φέρνει οχτώ διαφορετικές μπύρες για δοκιμή και ισάριθμα ποτήρια.


  Είναι μια οικογενειακή επιχείρηση που έχει περάσει από γενιά σε γενιά, με την ιστορία να ξεκινάει το 1888. Ο πρόγονος τού Έιναρ ονομαζόταν Χάνσεν στο επώνυμο, ωστόσο επειδή το έβρισκε πολύ κοινό το άλλαξε σε Βάαγκ, που σημαίνει «κόλπος» κι είναι ένας φόρος τιμής στην πόλη του Κλάκσβικ. Καθώς τα μπουκάλια ανοίγουν, οι ιστορίες ξετυλίγονται. «Ξέρεις», λέει ο Έιναρ, «υπάρχει μια παράδοση κατανάλωσης μπύρας στα Φερόε κι αυτό δημιουργούσε προβλήματα. Και το κυριότερο», συνεχίζει, την ώρα που ανοίγει μια μπύρα που ονομάζεται «Μαύρο Πρόβατο» κι έχει γεύση δυνατή, «οι γυναίκες πάντοτε διαμαρτύρονταν επειδή οι άντρες τους επέστρεφαν στο σπίτι μεθυσμένοι».


  Όπως διηγείται ο Έιναρ, οι αρχές του 20ου αιώνα ήταν εποχή ζυμώσεων σ’ όλη την Ευρώπη και τα Φερόε δε θα μπορούσαν να μη συμμετάσχουν, έστω και στην περιορισμένη κλίμακά τους. Το 1906 οι γυναίκες κατόρθωσαν ν’ αποκτήσουν δικαίωμα ψήφου και κάθε τόσο μικρά δημοψηφίσματα διοργανώνονταν. Οι άντρες της πόλης πάντως αδιαφορούσαν: το πρωί έβγαιναν για ψάρεμα και τα βράδια έπιναν. Ακόμα και την ημέρα των εκλογών η ρουτίνα των αντρών δεν άλλαξε. Ωστόσο, οι γυναίκες είχαν βαρεθεί να υποδέχονται μεθυσμένους συζύγους στο σπίτι και μία από τις αποφάσεις που ελήφθησαν χάρη στη γυναικεία ψήφο στις εκλογές εκείνης της χρονιάς, ήταν η ποτοαπαγόρευση. «Απίστευτο, έτσι;» λέει ο Έιναρ. Η μπύρα που παραγόταν από το 1906 κι έπειτα είχε σχεδόν μηδαμινή περιεκτικότητα σε αλκοόλ κι η απόφαση εκείνης της ημέρας παρέμεινε σε ισχύ για εβδομήντα-τέσσερα χρόνια, μέχρι το 1980.


  Σήμερα, η ποτοαπαγόρευση δεν ισχύει και η Föroya Bjór απασχολεί περίπου σαράντα εργαζόμενους, προσφέροντας περισσότερες από δέκα διαφορετικές ετικέτες. Ο Έιναρ γνωρίζει καλά την ιστορία της περιοχής και του ζητώ να μου πει περισσότερα για την οικονομική κρίση που χτύπησε τα Φερόε στα μέσα της δεκαετίας του ’90. «Ήταν άσχημη εποχή για όλους. Η κρίση ξεκίνησε εξαιτίας αλλαγών στη νομοθεσία της αλιείας. Είχαν προηγηθεί χρόνια που όλοι ψάρευαν υπερβολικά κι όταν σιγά σιγά τα επιτρεπτά όρια μειώθηκαν και τα αποθέματα συρρικνώθηκαν, δημιουργήθηκε μια κρίση που χτύπησε όλους τους τομείς. Επιπλέον», συνεχίζει, «όλοι δανείζονταν από τις τράπεζες για ν’ αγοράσουν σπίτια. Υπάρχει μακρά κουλτούρα ιδιοκτησίας στα Φερόε και με το φτηνό χρήμα εκείνης της εποχής δεν υπήρχε κανένας που να μην είχε δανειστεί. Όμως, όσο τα όρια της αλιείας περιορίζονταν, τόσο ελαττωνόταν το εισόδημα και τα δάνεια δεν μπορούσαν πλέον ν' αποπληρωθούν. Έτσι, οι τράπεζες δεν άντεξαν και δύο απ’ αυτές χρεοκόπησαν. Η κρίση χτύπησε απευθείας στην καρδιά της αλιείας κι έπειτα επεκτάθηκε ραγδαία σ' όλους τους τομείς. Πάρα πολλοί άνθρωποι έχασαν τις δουλειές τους. Ο κόσμος πήγαινε στις τράπεζες κι απλώς άφηνε στο γκισέ τα κλειδιά του σπιτιού του. Όλο αυτό κράτησε πέντε-έξι χρόνια. Για να καταλάβεις πόσο άσχημα ήταν τα πράγματα», λέει, «εφτά χιλιάδες άνθρωποι έφυγαν από τα Φερόε λόγω της κρίσης. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι ένας στους εφτά κατοίκους αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τα Νησιά».


  Η κατάσταση έχει πια πλήρως εξομαλυνθεί, μολονότι υπήρξε εκ νέου ένταση το 2004, όταν τα Φερόε απαίτησαν δημοψήφισμα για την πλήρη ανεξαρτητοποίησή τους από το Βασίλειο της Δανίας. «Ο τότε Δανός πρωθυπουργός Ράσμουνσεν», λέει ο Έιναρ, «απειλούσε θεούς και δαίμονες. Έλεγε ουσιαστικά ότι αν φύγουν τα Φερόε από το Βασίλειο, το ίδιο θα προσπαθήσει να κάνει και η Γροιλανδία, και γι’ αυτό εκβίαζε με κυρώσεις που έμοιαζαν να φέρνουν το τέλος του κόσμου. Το δημοψήφισμα δεν έγινε ποτέ, φυσικά».


  Η κόρη του Έιναρ, η Αννίκα, μπαίνει στο γραφείο μ’ ένα δίσκο γεμάτο παραδοσιακό φαγητό και φέρνει μαζί της ακόμα περισσότερες μπύρες. Κάθεται απέναντί μου και για λίγο συζητάμε οι δυο μας, καθώς ο Έιναρ παίζει με την ενός έτους εγγονή του. Η Αννίκα έχει ζήσει για μερικά χρόνια στην Κοπεγχάγη, όπως σχεδόν όλοι οι Φεροέζοι που θέλουν να σπουδάσουν, αφού δεν υπάρχει πανεπιστήμιο εδώ. «Αν κι είχα σκεφτεί να ζήσω στο εξωτερικό», λέει, «τελικά αποφάσισα να επιστρέψω στο Κλάκσβικ. Εδώ οι αποστάσεις είναι μικρές και νιώθει κανείς ασφαλής. Αν έχεις ζήσει στα Φερόε δεν είναι ότι δεν μπορείς να ζήσεις αλλού», λέει, «είναι ότι δεν θες να ζήσεις αλλού».


  Ο Έιναρ ανοίγει μια τελευταία μπύρα για δοκιμή. Θα πρέπει να είναι η δωδέκατη ή κάτι τέτοιο, κι έχουμε αρχίσει κι οι δυο να ζαλιζόμαστε ελαφρά και να γελάμε με οτιδήποτε. «Ανακαινίζω τη φάρμα μου», λέει μετά, «βρίσκεται ψηλά στην πλαγιά. Θες να τη δεις;» Δε χρειάζεται πολλή σκέψη κι ένα λεπτό μετά βρισκόμαστε στο τζιπ του κι ανηφορίζουμε την αριστερή πλαγιά του Κλάκσβικ.


  «Αυτή εδώ η πλαγιά έχει πάντοτε λιγότερο ήλιο από την απέναντι. Σκέψου ότι η δεξιά πλαγιά λούζεται στο φως όλη τη μέρα, ενώ εδώ έχουμε δυο-τρεις ώρες ήλιο την ημέρα –όταν φυσικά βγαίνει ήλιος στα Φερόε», λέει γελώντας. «Μεγάλωσα σ’ αυτήν εδώ την πλευρά κι όταν ήμουν μικρός είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου να μετακομίσω απέναντι. Αυτό, ήταν το όνειρό μου». Τραβάει χειρόφρενο στα μισά της ανηφόρας και δείχνει ένα σημείο στην απέναντι πλευρά του Κλάκσβικ, την ηλιόλουστη. «Εκεί μένω τώρα», λέει.


  Η φάρμα είναι ακόμα υπό κατασκευή αλλά βρίσκεται σ’ ένα από τα ομορφότερα σημεία του Κλάκσβικ. Μπορείς ν’ αντικρύσεις την κορυφή του μεγαλόπρεπου Κουνόυ δίχως να χρειαστεί να σηκώσεις το κεφάλι. Τα ξύλα μυρίζουν από την υγρασία και μια απαλή ομίχλη έχει αρχίσει να στρογγυλοκάθεται στις βουνοκορφές. Ο Έιναρ με ξεναγεί στο υπό κατασκευή κτίσμα και λέει ότι η φάρμα θα μπορεί να φιλοξενήσει περίπου διακόσια πρόβατα. «Δηλαδή έχεις περίπου 4 με 5 μαρκ;» ρωτάω γελώντας. «Α, ξέρεις τα μαρκ;» απαντάει εκείνος. «Όχι, έχω λίγα παραπάνω, σχεδόν οχτώ, αντιστοιχούν λιγότερα πρόβατα ανά μαρκ σ’ αυτή την περιοχή. Όλη αυτή η πλαγιά», και δείχνει το μισό βουνό πίσω μας, «μου ανήκει».


  Ύστερα, κατηφορίζουμε το δρόμο και με ρωτάει πού θέλω να με αφήσει. Του λέω ότι θα προσπαθήσω να επισκεφθώ τα πιο βόρεια νησιά, αλλά δεν ξέρω αν θα προλάβω τα λεωφορεία. «Ζήτα από κάποιον να πάτε μαζί. Εδώ είναι εύκολο να βρεις κάποιον να το κάνει, οι άνθρωποι είναι ανοιχτοί και χαίρονται να δείχνουν τα μέρη τους σε ξένους». Του λέω πως θα το κάνω και πως το καλύτερο θα είναι να με αφήσει στο σταθμό των λεωφορείων, που βρίσκεται κεντρικά.


  Βγαίνοντας απ’ το τζιπ δίνουμε τα χέρια. «Χάρηκα που σε γνώρισα», λέει. «Ξέρεις», συνεχίζει, «υπάρχει μια Ελληνίδα που μας έχει βοηθήσει πολύ σε θέματα αλιείας. Ήταν αυτή που μεσολάβησε για να συμφιλιωθεί η ΕΕ με τα Φερόε τόσο στο θέμα της υπεραλίευσης όσο και της ρέγγας. Είχε μάλιστα επισκεφθεί τα Φερόε πριν από λίγο καιρό». Τον ρωτάω αν θυμάται τ’ όνομά της. «Κάτσε να δεις, ήταν ένα περίεργο όνομα. Δεν τα πάω καλά με τα ελληνικά ονόματα», λέει γελώντας. Κι ύστερα, συμπληρώνει: «Νομίζω πως την έλεγαν Μαρία Δαμανάκη».

*

Το Κουνόυ

  Ο Χασάντι έχει γεννηθεί στην κωμόπολη Ρούναβικ αλλά ζει τα τελευταία χρόνια στο Κλάκσβικ. Τον συναντώ έξω από ένα καφέ που ονομάζεται Fríða και προσφέρεται να με οδηγήσει στα βόρεια νησιά. Καθώς πλησιάζουμε αρχικά το Κουνόυ, μου δείχνει ένα εγκαταλελειμμένο χωριό. «Είναι ένα από αυτά τα χωριά που ερήμωσαν ξαφνικά», λέει. «Νομίζω ότι πολλά απ’ αυτά τα μέρη ερήμωσαν όταν ήρθε στις πόλεις το ηλεκτρικό ρεύμα. Οι άνθρωποι ήθελαν να νιώθουν περισσότερο ασφαλείς και ενταγμένοι σε κάποια κοινότητα. Να σκεφτείς», συνεχίζει, «όταν δεν υπήρχαν αυτά τα τούνελ, έπρεπε να περιμένεις πότε θα σαλπάρει το καράβι ή καμιά βάρκα για να περάσεις απέναντι στο Κλάκσβικ. Υποθέτω ότι ήταν αφόρητα κουραστικό, καθώς εδώ πιάνει ομίχλη που μπορεί να μην επιτρέπει μετακινήσεις για βδομάδες». Του λέω ότι έχω ακούσει για ένα χωριό, το Skarð, που ερήμωσε μέσα σε λίγα χρόνια όταν όλοι οι άντρες που ζούσαν εκεί πνίγηκαν στη θαλασσοταραχή του 1913, την ώρα που ψάρευαν. Είχαν σωθεί μόνο δυο αγόρια εννιά και έντεκα χρονών κι ένας εβδομηντάχρονος άντρας. «Ναι», λέει ο Χασάντι ήρεμα, «το ένα αγόρι ήταν ο παππούς μου».


  Διασχίζουμε το τούνελ που είναι σκαμμένο μέσα στο βουνό κι έχει μήκος δυόμισι χιλιόμετρα. Αυτό το τούνελ είναι στην πραγματικότητα μια στενή λωρίδα δρόμου, στην οποία χωράει μόνο ένα αυτοκίνητο -και σ’ όλο του το μήκος είναι απολύτως σκοτεινό. Ο Χασάντι τρέχει υπερβολικά μέσα στο τούνελ με τους προβολείς αναμμένους. «Είναι συνηθισμένο να τρέχεις όσο πιο γρήγορα γίνεται. Οι τουρίστες δεν τρέχουν, οι ντόπιοι όμως πρέπει να τρέξουν. Κάθε τετρακόσια περίπου μέτρα υπάρχει μια μικρή διαπλάτυνση στο τούνελ. Αν δεις κάποιον να έρχεται πρέπει να φτάσεις πρώτος εκεί και να κάνεις στην άκρη ώστε να περάσουν οι απέναντι. Επειδή οι περισσότεροι είναι τουρίστες, και για να αποφύγουμε το ενδεχόμενο κάποιος να πρέπει να κάνει όπισθεν μέσα στο σκοτάδι για εκατοντάδες μέτρα, εμείς οι ντόπιοι τρέχουμε επειδή ξέρουμε πού βρίσκεται το σημείο που μπορούμε να σταματήσουμε».


  Τη δεκαετία του ’80 υπήρχε ένας παροξυσμός κατασκευής τούνελ. Όταν βγαίνουμε ξανά στο φως, ο Χασάντι μού δείχνει το απέναντι νησί, το Καλσόυ. «Το Καλσόυ είναι ένα απ τα πιο μικρά νησιά και ζουν μετά βίας εκατόν-πενήντα άνθρωποι στους λιγοστούς οικισμούς του. Το αποκαλούμε “Το Φλάουτο”. Ξέρεις γιατί; Επειδή έχει πέντε τέτοια σκοτεινά τούνελ και μοιάζει τρύπιο». Στο μεταξύ, στο Κουνόυ ο ουρανός μοιάζει διάφανος και στο βάθος φαίνεται το ομώνυμο χωριό. Έχει ξεκινήσει πολλές δεκαετίες πριν σαν ένας οικισμός από τρεις φάρμες αλλά σήμερα έχει γίνει προάστιο του Κλάκσβικ. Είναι πολύ πιο φτηνό να κατοικεί κανείς εδώ, ενώ σε λιγότερο από είκοσι λεπτά μπορεί να βρίσκεται στην πόλη για τα ψώνια του. Λόγω θέσης, το Κουνόυ μοιάζει να έχει πάντοτε ήλιο. Τα κόκκινα σπίτια από ξύλο είναι χτισμένα κοντά στο νερό κι εκείνη την ώρα οι περισσότεροι κάτοικοι βρίσκονται στις δουλειές τους. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς πως υπάρχει ζωή εδώ. Έρημοι δρόμοι και ένα σκυλί που γαβγίζει κι η φωνή του αντηχεί μέχρι πέρα μακριά.


  Πίσω απ' το χωριό, τα βράχια μοιάζουν σμιλεμένα και θυμίζουν αρχαίο ρωμαϊκό αμφιθέατρο. «Υπάρχει ένα τεχνητό δάσος εδώ παραπάνω, θα σε πάω να το δεις. Όπως θα έχεις παρατηρήσει, δεν υπάρχουν πολλά δέντρα στα Φερόε». Το δάσος για το οποίο μιλάει, είναι στην πραγματικότητα ένα μεγάλο πάρκο φυτεμένο έξω απ' το χωριό, σε μια πλαγιά που αν σταθείς στην κορυφή της μια ανέφελη μέρα μπορείς ν’ ατενίσεις τον ορίζοντα μέχρι τον Βόρειο Πόλο. Περπατάμε δέκα λεπτά ώσπου φτάνουμε σ’ έναν μισοφαγωμένο βράχο -κι είναι ν’ απορεί κανείς για το πώς ακόμα στέκεται εκεί και δεν έχει κατρακυλήσει στη θάλασσα. «Όταν ήμασταν παιδιά, κάναμε πικ-νικ κάτω απ’ το βράχο και βάζαμε τις κιθάρες μας -ας πούμε- για στήριγμα, για να μην πέσει ο βράχος και μας πλακώσει. Πόσο αθώο ήταν αυτό;»

Ο Χασάντι

 

*

Το Viðareiði βρίσκεται στο νησί Βιντόυ κι είναι ο βορειότερος οικισμός των Φερόε. Ο Χασάντι οδηγεί και πάλι με μεγάλη ταχύτητα μέσα από δύο διαδοχικά τούνελ, όμως τώρα πια έχω συνηθίσει αυτή την παράξενη συνήθεια των ντόπιων. Σταματάει δυο φορές στη διαπλάτυνση για να περάσουν τ’ αυτοκίνητα που έρχονται κατά πάνω μας. Οι οδηγοί τους πηγαίνουν απελπιστικά αργά και τότε ο Χασάντι λέει γελώντας, «Τουρίστες».


  Περνάμε το Χβάνασουντ, ένα ψαροχώρι απ’ όπου ξεκινάει το φέρρυ για τα πιο απομακρυσμένα νησιά, το Σβινόυ και το Φούγκλοϋ. Θυμίζει ελαφρώς το Κλάκσβικ, είναι χτισμένο σε δυο πλαγιές γύρω από έναν κόλπο. Βγαίνοντας απ’ το Χβάνασουντ, ξεκινάει η ανηφόρα κι ο δρόμος γίνεται στενός όπως στα τούνελ. Δε φαίνεται η επόμενη στροφή, δε φαίνεται το επόμενο βουνό, στο τέλος του δρόμου βλέπει κανείς μόνο τον ουρανό και στ’ αριστερά τη θάλασσα.


  «Ετοιμάζονται ν’ ανοίξουν κι άλλο τούνελ», λέει ο Χασάντι, δείχνοντας τους εργάτες που δουλεύουν στο βουνό. «Αυτός ο δρόμος δεν είναι πια βολικός και το Viðareiði είναι αρκετά μεγάλο για να έχει τόσο κακό δρόμο. Ζουν εφτακόσιοι άνθρωποι εκεί». Έπειτα, κόβει ταχύτητα, επειδή δυο πρόβατα έχουν καθήσει στη μέση του δρόμου και μας κοιτάνε. «Αν τα χτυπήσουμε θα πρέπει να καλέσουμε την αστυνομία και ν’ αποζημιώσουμε τον ιδιοκτήτη», με πληροφορεί. Τ’ αποφεύγει μ’ έναν ελιγμό κι ύστερα ο δρόμος για το Viðareiði είναι ανοιχτός.


  Στην αρχή φαίνονται μόνο λίγα σκόρπια σπίτια αλλά μόλις παίρνουμε μια δεξιά στροφή εμφανίζεται ένα μεγάλο αραιοκατοικημένο χωριό. Στο βάθος ξεπροβάλλει ένα ακόμη νησί, είναι το Σβινόυ –κι αυτός ο πελώριος βράχος μοιάζει με μια φάλαινα που πλέει μακάρια στον ωκεανό. Το Viðareiði βρέχεται κι απ’ τις δυο πλευρές από θάλασσα. Είναι ένα σχετικά αυτόνομο χωριό, καθώς έχει σχολείο, εμπορικά καταστήματα, ένα εστιατόριο κι ένα ξενοδοχείο. Οδηγούμε προς την ανατολική πλευρά του χωριού, εκεί όπου υπάρχει ένα πρόχειρο λιμανάκι με θέα στο Σβινόυ και στο Φούγκλοϋ. Τα δυο νησιά μοιάζουν θαμπά εξαιτίας της ομίχλης. Ακούμε τα κύματα να χτυπούν και περπατάμε για λίγο πάνω στα βράχια. Εκείνη τη στιγμή, βλέποντας το τοπίο που εμφανίζεται απέναντι, έχω την ισχυρή επιθυμία να πετάξω το διαβατήριο στον Ατλαντικό και να μην επιστρέψω ποτέ απ’ τα Φερόε. Ύστερα, καπνίζω ένα τσιγάρο κι επανέρχομαι στην πραγματικότητα.

 

  Ανηφορίζουμε έπειτα προς την άλλη πλευρά του χωριού, εκεί όπου υπάρχει μια εκκλησία. Περνάμε από το Hotel Norð, το οποίο είναι κλειστό αυτή την εποχή, και συνεχίζουμε προς τον ωκεανό. Τον 17ο αιώνα η εκκλησία του χωριού καταστράφηκε από μια θύελλα και μέρος του νεκροταφείου που βρισκόταν στον προαύλιο χώρο παρασύρθηκε απ' τη θάλασσα. Για μέρες, δεκάδες φέρετρα ταξίδευαν στον Ατλαντικό κι οι άνθρωποι τα κοιτούσαν να ξεμακραίνουν σκαρφαλωμένοι στις πλαγιές. Τελικά ξεβράστηκαν στο Χβάνασουντ, όπου και περισυνελέγησαν προκειμένου να σταλούν πίσω στο Viðareiði, ώστε οι νεκροί να ταφούν ξανά.


  Η τωρινή εκκλησία βρίσκεται εκεί από το 1892. Μπροστά της, τα κύματα χτυπάνε στα βράχια με ορμή, εξοστρακίζονται κι ύστερα μοιάζουν να προχωρούν προς το χωριό. Απέναντί μας βρίσκεται το Múli, ένα ακόμα εγκαταλελειμμένο χωριό. Ήταν ο τελευταίος οικισμός των Φερόε που ηλεκτροδοτήθηκε, το 1970. «Υπάρχει κάτι αστείο μ’ αυτό το χωριό», λέει ο Χασάντι. «Το Múli έχανε σταθερά τον πληθυσμό του κι ένας από τους λόγους ήταν ότι δεν υπήρχε δρόμος. Γύρω στο 2000 άνοιξε επιτέλους ένας δρόμος και τότε ξέρεις τι συνέβη; Μέσω αυτού του καινούργιου δρόμου έφυγαν μαζικά οι τελευταίοι κάτοικοι».


Ο Χασάντι γυρνάει έπειτα στο αυτοκίνητο. Μένω για λίγη ώρα, δεν ξέρω πόση, κι απλώς κοιτάζω κάτι που μοιάζει με τα τελευταία κύματα του Ατλαντικού.

Ξανάδιαβάστε το  1ο μέρος ή διαβάστε το 3ο μέρος