Νησιά Φερόε μέρος 1ο: Κάτι στα σύννεφα

Τα Νησιά Φερόε από ψηλά

Είναι μια πτήση πάνω απ’ την απεραντοσύνη του Ατλαντικού. Η μικρή αεροπορική εταιρεία των Νησιών Φερόε απασχολεί αεροσυνοδούς όλων των ηλικιών: φορούν μπλε παλιομοδίτικες στολές και πίσω απ’ το χαμόγελό τους διακρίνει κανείς μια τραχύτητα. Αυτές οι γυναίκες που περπατούν, θαρρείς, πάνω στον ωκεανό είναι οι πρώτοι κάτοικοι των νησιών που συναντάει ο επισκέπτης. Σερβίρουν αχνιστό καφέ κι αψηφούν τα κύματα του Ατλαντικού, που κάνουν τα κεφάλια των πιο ανήσυχων επιβατών να κοιτούν κάτω χαμηλά, έξω απ’ τα παράθυρα.


  Μια νεαρή μητέρα μιλάει χαμηλόφωνα με την κόρη της. Κάτι της δείχνει. Η αεροσυνοδός πλησιάζει προς το μέρος τους κι αγκαλιάζει το παιδί. Μιλούν για περισσότερα από δέκα λεπτά, σε βαθμό που αναρωτιέμαι αν αυτό το εκτεταμένο διάλειμμα είναι επιτρεπτό. Αυτό το στιγμιότυπο που παίζεται στο μπροστινό κάθισμα ανάμεσα σε χαμόγελα και ζεστά βλέμματα κατευθείαν στα μάτια, προϊδεάζει για το πώς μοιάζουν οι ανθρώπινες σχέσεις στο φεροέζικο έδαφος: σ’ ένα έθνος που αριθμεί πενήντα χιλιάδες κατοίκους σκορπισμένους σε δεκαοχτώ νησιά, το πιο πιθανό είναι πως όλοι γνωρίζονται με κάποιον τρόπο μεταξύ τους.

*

  Το λεωφορείο απ’ το αεροδρόμιο για την πρωτεύουσα Τόρσαβν προσφέρει μια εισαγωγή στη γεωγραφία των Φερόε. Μερικές απ’ τις πιο ψηλές κατακόρυφες πλαγιές του πλανήτη βρίσκονται εδώ. Τα κύματα του ωκεανού σμιλεύουν το τοπίο και μένει κανείς έκθαμβος μπροστά στη διαβρωτική δύναμη της φύσης. Σ’ όλες τις πλαγιές έχουν ακροβολιστεί πρόβατα που βόσκουν ανέμελα, δίχως να κοιτούν ποτέ τον ορίζοντα: στην τοπική γλώσσα, Φερόε σημαίνει «Τα νησιά των προβάτων».


  Το λεωφορείο βυθίζεται μέσα σε διαδοχικά τούνελ. Ένα απ’ αυτά έχει ανοίξει το 2002 κι είναι υποθαλάσσιο. Στο βαθύτερο σημείο του βρίσκεται εκατό μέτρα κάτω απ’ τον ωκεανό και το συνολικό του μήκος είναι σχεδόν πέντε χιλιόμετρα. Πριν τη διάνοιξή του, έπρεπε να πάρει κανείς το φέρρυ για να φτάσει στην Τόρσαβν. «Είναι μια πρόοδος», μου λέει ο οδηγός, «αισθανόμαστε λιγότερο απομονωμένοι έτσι, είναι λες και γίναμε ξαφνικά μια χώρα ηπειρωτική». Οδηγεί με ταχύτητα που μοιάζει ιλιγγιώδης με βάση το τοπίο: έξω απ’ το παράθυρο υπάρχουν γκρεμοί εκατοντάδων μέτρων. «Έχω κάνει τη διαδρομή άπειρες φορές. Μόνο αν μας επισκεφθεί η ομίχλη», λέει γλαφυρά, «κόβω ταχύτητα».


  Η διαδρομή διαρκεί μια ώρα και περνάει από γιρλάντες χωριών, που είναι άλλοτε σκαρφαλωμένα σε πλαγιές κι άλλοτε αγκυροβολημένα μπροστά στο νερό. Το μάτι δεν αργεί να συνηθίσει την κυριαρχία της φύσης κι έτσι, όταν μετά από μια στροφή εμφανίζεται η Τόρσαβν, νομίζει κανείς πώς βλέπει μπροστά του μια μητρόπολη.

*

Η Τόρσαβν

  Η Τόρσαβν είναι μια από τις μικρότερες πρωτεύουσες του πλανήτη, με πληθυσμό δεκαεννιά χιλιάδων κατοίκων. Είναι χτισμένη αμφιθεατρικά γύρω απ’ το λιμάνι, το οποίο σύμφωνα με τους ντόπιους βρίσκεται σε μια απ' τις χειρότερες τοποθεσίες της μικρής επικράτειας εξαιτίας των ανέμων. Αν κάτι εξομαλύνει κάπως την κατάσταση είναι το γειτονικό νησάκι Νολσόυ, που λειτουργεί σαν ασπίδα απέναντι στις διαθέσεις του καιρού.


  Ωστόσο, ο καιρός είναι ανέλπιστα καλός για τέλη Σεπτέμβρη (λίγη συννεφιά, 9 βαθμοί) κι ο κόσμος κάθεται έξω στο Kaffihúsið κι απολαμβάνει τον καφέ του τυλιγμένος με μαύρες κουβέρτες. Η πρόσοψη του καφέ μοιάζει διάτρητη και μπορεί κανείς να δει στα παράθυρα την αντανάκλαση των σύννεφων που ταξιδεύουν. Οι βάρκες στο λιμάνι είναι δεμένες και μπροστά τους τρέχουν παιδιά ντυμένα με αντιανεμικά μπουφάν. Είναι μια ζωή που κυλάει ήσυχα πλάι στο νερό.


  Τα σπίτια είναι πολύχρωμα κι αν περιπλανηθεί κανείς στα ανηφορικά σοκάκια της Τόρσαβν θα δει ότι τα χρώματα που κυριαρχούν είναι το κόκκινο και το μαύρο –κι ανάμεσά τους πινελιές κίτρινου και γαλάζιου. Φτιαγμένα από ξύλο και συχνά με γρασίδι στις οροφές ως φυσικό μονωτικό, τα σπίτια στα Νησιά Φερόε είναι ανέλπιστα ευρύχωρα. Ρωτώντας τους κατοίκους θα πάρει κανείς την ίδια απάντηση: «περνάμε πολύ χρόνο μέσα στο σπίτι επειδή ο καιρός συνήθως δεν επιτρέπει εξωτερικές δραστηριότητες». Στην ερώτηση δε, πόσο κρατάει το καλοκαίρι εδώ, ένας άντρας γύρω στα πενήντα απαντάει γελώντας: «Α, το καλοκαίρι είναι η ωραιότερη μέρα του χρόνου».

*

"Risin og Kellingin"

  Για να φτάσω στο Eiði πρέπει ν’ αλλάξω λεωφορείο. Μιας και τα δρομολόγια για τα πιο απομακρυσμένα χωριά δεν έχουν ζήτηση, τις πιο πολλές φορές πρέπει να τηλεφωνήσεις στα κεντρικά του οργανισμού συγκοινωνιών και να ζητήσεις το δρομολόγιο το λεωφορείο θα μετακινηθεί έστω και για ένα άτομο. Η κλήση πρέπει να γίνει είτε το προηγούμενο βράδυ είτε πολύ νωρίς το πρωί. Καθότι απαιτούνται πολλά τηλεφωνήματα, έχω φροντίσει ν’ αγοράσω μια κάρτα sim από την Føroya Tele, η οποία αυτοδιαφημίζεται ως «ο πάροχος της σπανιότερης κάρτας sim στον κόσμο». Θέλοντας να βεβαιωθώ ότι το δεύτερο λεωφορείο θα έρθει, τηλεφωνώ από έναν σταθμό ανταποκρίσεων που βρίσκεται στη μέση του πουθενά κι ονομάζεται Oyrarbakki. Υπάρχει μια γέφυρα που ενώνει δυο νησιά εκεί κι οι κάτοικοι ισχυρίζονται πως οπουδήποτε κι αν βρίσκεσαι σ’ ολόκληρο τον Ατλαντικό, αυτή είναι η μόνη γέφυρα που περνάει πάνω απ’ τον ωκεανό.


  Όταν το λεωφορείο έρχεται, διαπιστώνω πως είμαι ο μοναδικός επιβάτης. Μετά από μια παρατεταμένη ανηφόρα ο δρόμος γίνεται στρωτός και στη συνέχεια κατηφορίζει πράσινες πλαγιές. Κάθε τόσο, σε σκόρπια σημεία του δρόμου, υπάρχουν εκατέρωθεν δυο μπάρες μήκους τεσσάρων-πέντε μέτρων και πάνω στην άσφαλτο έχουν τοποθετηθεί σειρές από μεταλλικούς κυλίνδρους. Μου φαίνεται σαν μια ιδιαιτερότητα του οδικού δικτύου που σχετίζεται είτε με τη συστολή και τη διαστολή είτε με κάποιο αρδευτικό έργο. Ο ήχος που κάνουν τα αυτοκίνητα περνώντας από πάνω είναι ένας κοφτός συριγμός. Αν και μου φαίνεται παράξενο, αρχικά δεν δίνω σημασία.


  Το Eiði είναι ένα παραθαλάσσιο χωριό εφτακοσίων κατοίκων που υποδέχεται τον επισκέπτη με μια εκκλησία κι ένα νεκροταφείο. Εκτός από ένα μικρό σούπερ-μάρκετ δεν υπάρχουν άλλα εμπορικά καταστήματα εδώ. Έχω αποφασίσει να επισκεφθώ το Eiði επειδή θέλω ν’ αντικρύσω το "Risin og Kellingin", που μεταφράζεται ως «Ο Γίγαντας και η Μάγισσα». Πρόκειται για δυο τεράστιους βράχους, ύψους 75 μέτρων ο καθένας, οι οποίοι μοιάζουν φυτεμένοι στο νερό. Σύμφωνα με μια σάγκα των Νησιών, πρόκειται για δυο γίγαντες που, θαμπωμένοι από την ομορφιά των Φερόε, είχαν έρθει με σκοπό να τραβήξουν τα νησιά μαζί τους στην Ισλανδία. Καθυστέρησαν όμως υπερβολικά και πιθανότατα υπήρξε κάποιος καβγάς μεταξύ τους κι έτσι, το πρώτο φως της ημέρας τους πάγωσε στις θέσεις τους, μεταμορφώνοντάς τους σε βράχους. Πίστευα ότι θα είναι ορατοί από κάθε σημείο του χωριού, όμως έχω κάνει λάθος: χρειάζεται περίπου μια ώρα πεζοπορίας για να φτάσεις ως το ιδανικό σημείο -αλλά δεν έχω στη διάθεσή μου περισσότερη από μιάμιση ώρα συνολικά.


  Αποφασίζω να μπω στο μικρό σούπερ-μάρκετ του χωριού και να ρωτήσω αν υπάρχει ταξί ή κάποιος που θα μπορούσε να οδηγήσει μαζί μου ως εκεί. Οι δυο κοπέλες που δουλεύουν στο σούπερ-μάρκετ, η Γιοχάνα και η Εύη, μου λένε ότι το χωριό δεν έχει ταξί. Σκέφτομαι να μείνω λίγη ώρα στο μαγαζί και να ρίξω μια ματιά στα τοπικά προϊόντα, σε μια προσπάθεια να καταλάβω ποιες είναι οι προτεραιότητες των κατοίκων αλλά και να συνηθίσω στην ιδέα ότι δε θα δω τελικά τους βράχους.


  Τότε, μπαίνει στο μαγαζί ένας γεροδεμένος άντρας γύρω στα εξήντα για ν’ αγοράσει καπνό. Συζητάει με τις κοπέλες κι εκείνες μάλλον του λένε ποιος είμαι και που θέλω να πάω μια στιγμή μετά, γυρνάει προς το μέρος μου και λέει, «Πάμε μαζί». Τον ρωτώ πόσα χρήματα θέλει αλλά εκείνος αποκρίνεται πως δεν το κάνει γι’ αυτό, το κάνει επειδή θέλει να μου δείξει το μέρος που έχει περάσει όλη του τη ζωή. Μπαίνουμε στο μικρό του αυτοκίνητο κι αρχίζουμε ν’ ανηφορίζουμε.


  Ονομάζεται Γιόαν κι είναι ψαράς. Έχει φτάσει μέχρι τη Γροιλανδία αναζητώντας την καλή ψαριά, αλλά τα τελευταία χρόνια ένα πρόβλημα σε κάποια αρτηρία έχει κάνει το αριστερό του χέρι ν’ ατροφήσει. «Δεν είμαι πολύ μεγάλος όμως», σπεύδει να διευκρινίσει. Ανηφορίζουμε το βουνό και σε κάποιο σημείο κόβει ταχύτητα. «Βλέπεις εκείνον τον κολπίσκο στην άκρη του χωριού; Εκεί πηγαίνω πλέον για ψάρεμα. Παίρνω το καλάμι μου κάθε πρωί και κάθομαι εκεί, επειδή τώρα πια δε μ’ αφήνουν να μπω σε βάρκα». Το λέει αυτό αρκετά συγκινημένος κι αμέσως φοράει ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου.


  Στη διαδρομή περνάμε δυο απ’ αυτές τις ιδιότυπες γέφυρες με τους κυλίνδρους. Τον ρωτάω τότε σε τι ακριβώς χρησιμεύουν. «Είναι για τα πρόβατα», λέει. «Στις πλαγιές υπάρχει συρματόπλεγμα ώστε να μην περνούν από τη μια ιδιοκτησία στην άλλη, όμως, αν ανέβουν στο δρόμο μπορούν να πάνε όπου θέλουν. Έχουμε βρει αυτή την πατέντα με τους κυλίνδρους για να μην μπορούν να ξεφεύγουν. Τα πόδια τους μπαίνουν μέσα στους κύλινδρους και γλιστράνε, οπότε αναγκάζονται να γυρίσουν πίσω». Αν αυτή η απάντηση φανερώνει μια πτυχή της πραγματικότητας των Φερόε, η συνέχειά της δείχνει την πολυτιμότητα των προβάτων για τα Νησιά. «Η γη και οι πλαγιές που ανήκουν στο κάθε χωριό χωρίζονται σε οικόπεδα, τα οποία έχουν έναν ή περισσότερους ιδιοκτήτες. Τα μερίδια ακολουθούν μια παμπάλαια μονάδα μέτρησης: το μαρκ, το γκύλντεν και το σκιντ. Το ένα μαρκ είναι δεκαέξι γκύλντεν και το ένα γκύλντεν είναι είκοσι σκιντ. Χοντρικά, σε κάθε μαρκ αντιστοιχούν από τριάντα έως πενήντα πρόβατα. Ανάλογα λοιπόν με το μερίδιό του, ο καθένας παίρνει τα πρόβατα που του αντιστοιχούν όπως και το μαλλί που του αντιστοιχεί. Εγώ για παράδειγμα», λέει, «έχω περίπου οχτώ γκύλντεν και πέντε σκιντ, επομένως θα πρέπει να πάρω...» Μέχρι να φτάσουμε στο σημείο που φαίνονται οι δυο βράχοι, προσπαθούμε ανεπιτυχώς να υπολογίσουμε πόσα πρόβατα τού αντιστοιχούν.


  Όταν σταματάει το αυτοκίνητο, ο Γιόαν κάθεται στο παγκάκι και στρίβει τσιγάρο. Απέναντί του, οι δυο γίγαντες μέσα στη θάλασσα υψώνονται σαν ένα θέαμα απόκοσμο. Αυτός ο παλιός καβγάς μοιάζει να πάγωσε στην αιωνιότητα. Η Μάγισσα είναι ο πιο κοντινός βράχος στην ακτή. Ο Γιόαν δείχνει με το δάχτυλο: «Κοίτα στην κορυφή. Βλέπεις εκείνο το ράγισμα; Από εκεί έπεσε η Μάγισσα», λέει. Καπνίζει και κοιτάζει το τοπίο. Τον ρωτώ αν έρχεται συχνά εδώ. «Έχω να έρθω μήνες», παραδέχεται. Οι άνθρωποι του χωριού έχουν τοποθετήσει ένα ζευγάρι κυάλια στο σημείο και μέσα απ’ τους φακούς μπορεί να νιώσει κάποιος ότι αγγίζει τους βράχους. Μέσα απ' αυτά τα κυάλια βλέπω καθαρά τα κύματα να χτυπούν με δύναμη πάνω στα κορμιά των γιγάντων. Δε θα δουν ποτέ την Ισλανδία, μολονότι μοιάζουν στραμμένοι προς αυτήν.


  Βγάζω τον Γιόαν μερικές φωτογραφίες κι αποφασίζουμε να επιστρέψουμε στο χωριό. Εκείνος, ωστόσο, επιμένει να μου δείξει το γήπεδο ποδοσφαίρου του Eiði. Είναι όντως ένα αξιοθέατο: βρίσκεται κυριολεκτικά μέσα στη θάλασσα, πάνω σε μια λωρίδα που μοιάζει με ανάχωμα. Δεξιά ή θάλασσα, αριστερά η θάλασσα –και στη μέση το γήπεδο. «Η UEFA μας είπε ότι πρέπει να φτιάξουμε καινούργιο γήπεδο γιατί αυτό δεν της κάνει», λέει σκωπτικά. «Έπαιζα χρόνια ποδόσφαιρο, οχτάρι. Επέστρεφα από τα ταξίδια στη θάλασσα, από τη Σκωτία, από την Ισλανδία, απ’ όπου κι αν βρισκόμουν, κι ερχόμουν κατευθείαν στο γήπεδο για μπάλα. Χωρίς προπόνηση, χωρίς τίποτα, έβαζα μια φανέλα κι άρχιζα να τρέχω».


  Τον ρωτάω αν θέλει να του αγοράσω κάτι για φαγητό. Χαμογελάει και κουνάει το κεφάλι αρνητικά. Μπροστά απ' το αυτοκίνητο, ένας ηλικιωμένος κάνει βόλτες με το αναπηρικό του καροτσάκι. Τον ρωτάω ποιος είναι κι απαντάει ότι «ζει σ’ ένα σπίτι που φροντίζουν τους ηλικιωμένους». Ο δρόμος είναι στενός και προχωράμε με την ταχύτητα που προπορεύεται το καροτσάκι. Κάνουμε περίπου πεντακόσια μέτρα έτσι: ο ηλικιωμένος απολαμβάνει το τοπίο κι εμείς ακολουθούμε.


  Με αφήνει στη στάση του λεωφορείου. Έχω περίπου δεκαπέντε λεπτά μέχρι να φύγω από το Eiði. Πριν αποχαιρετιστούμε, ο Γιόαν με ρωτάει ντροπαλά: «Μπορώ να σου δώσω το email μου για να μου στείλεις τις φωτογραφίες;» Του απαντώ πως εννοείται και πως είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω. Ύστερα, βλέπω το λευκό αυτοκίνητο ν’ απομακρύνεται. Όταν είμαι βέβαιος ότι δεν έχουμε πια οπτική επαφή, πηγαίνω γρήγορα στο σούπερ-μάρκετ. Παίρνω ένα μπουκάλι νερό κι ευχαριστώ τη Γιοχάνα και την Εύη που με βοήθησαν να δω τους γίγαντες, που με βοήθησαν να συναντήσω τον Γιόαν. Τις ρωτάω αν θυμούνται ποιον καπνό αγοράζει ο Γιόαν. «Φυσικά», λένε γελώντας, «ξέρουμε ακριβώς τι ψωνίζει ο καθένας». Πληρώνω έναν καπνό και ζητάω να του τον δώσουν όταν ξαναπεράσει από το σούπερ-μάρκετ.


  Βλέπω από μακριά το λεωφορείο να έρχεται. Είμαι και πάλι ο μοναδικός επιβάτης. Πρέπει να επιστρέψω στην Τόρσαβν για να προλάβω το απογευματινό φέρρυ για το Νολσόυ.

*

Το κορίτσι στο Νολσόυ

  Φτάνοντας στο λιμάνι της Τόρσαβν διαπιστώνω ότι φυσάει αρκετά. Στην αρχή είμαι σκεπτικός για το αν θα πρέπει να πάρω το φέρρυ: εξαιτίας του ανέμου μπορεί να μείνει κανείς αποκλεισμένος για μέρες σε νησιά που δεν εξυπηρετούνται οδικά. Το ίδιο συμβαίνει και με τα ελικόπτερα, που είναι το τρίτο μεταφορικό μέσο των νησιών –αυτά μένουν συχνά καθηλωμένα και λόγω της ομίχλης. Ρίχνω μια γρήγορη ματιά στο χάρτη και βλέπω ότι το Νολσόυ δεν έχει ελικοδρόμιο. Το φέρρυ είναι η μόνη λύση κι ελπίζω ότι θα μπορέσω να επιστρέψω το βράδυ στην Τόρσαβν.


  Το Νολσόυ είναι ένα μικρό νησί που τα τελευταία χρόνια έχει γίνει προάστιο της Τόρσαβν. Το πρωί υπάρχουν αρκετά δρομολόγια όμως από νωρίς το απόγευμα αραιώνουν. Για το πέρασμα απ' το ένα νησί στο άλλο χρειάζονται περίπου τριάντα λεπτά και το φέρρυ, που ονομάζεται Τέρναν, είναι από τα πιο μικρά που υπάρχουν: χωράει καμιά εικοσαριά αυτοκίνητα και περίπου ογδόντα επιβάτες. Παιδιά με τσάντες σχολικές κι εργαζόμενοι επιβιβάζονται μπροστά μου κι όλοι μαζί κάθονται στο «σαλόνι», που στην πραγματικότητα είναι κάτι σαν μεγάλη καμπίνα: οχτώ τραπέζια περιτριγυρισμένα από δερμάτινα παγκάκια.


  Καθώς αφήνουμε πίσω μας την Τόρσαβν, βγαίνω στο κατάστρωμα για να καπνίσω και να χαζέψω τα κύματα του Ατλαντικού. Μια παρέα ναυτεργατών καπνίζει και συζητάει κι ο άνεμος κάνει τα μαλλιά τους ν’ ανεμίζουν. Η εργάσιμη μέρα φτάνει στο τέλος της και γελούν με κάτι που λέει ένας απ’ αυτούς. Φυσάει αρκετά κι ο ήχος των κυμάτων καλύπτει το θόρυβο της μηχανής του μικρού φέρρυ.


  Το Νολσόυ δεν αργεί να φανεί, είναι ένας μικρός οικισμός μερικών μακρόστενων δρόμων που κοιτάζουν την πρωτεύουσα. Όταν αποβιβάζομαι, διαπιστώνω ότι είναι η πρώτη φορά που βλέπω παραλία στα Φερόε. Είναι μια μικρή λωρίδα γης με ξανθιά άμμο κι όπως μου λέει μια γυναίκα, «μετά τα πέντε μποφόρ παύει να είναι παραλία». Το καλοκαίρι πάντως, αν καμιά φορά η θερμοκρασία ανέβει γύρω στους είκοσι βαθμούς, υπάρχει κόσμος που κάνει μπάνιο.

 

  Καθώς περπατώ στην παγωμένη αμμουδιά, βλέπω από μακριά κάτι μεγάλες μωβ κηλίδες και πλησιάζοντας διαπιστώνω ότι είναι μέδουσες που τις έχει ξεβράσει η θάλασσα. Παρατηρώ για λίγο τη ζωή του λιμανιού, που αποτελείται από τρεις αποθήκες απ’ τις οποίες ακούγεται κάτι σαν σφυροκόπημα σε λαμαρίνα. Βάρκες που ετοιμάζονται, καΐκια που συντηρούνται, και μια χούφτα ζωές που σέβονται τη θάλασσα αλλά καλούνται καθημερινά να την αντιμετωπίσουν. 

 

  Αποφασίζω να προχωρήσω πιο βαθιά στο χωριό. Έχω ακούσει ότι εδώ μένει κάποιος Γένσεν, ο οποίος εκτός από φυσιολάτρης είναι και διάσημος ταριχευτής. Στο μικρό του εργαστήριο στο Νολσόυ, ο Γένσεν ταριχεύει την πανίδα του νησιού. Άνθρωποι απ’ όλο τον κόσμο έρχονται εδώ για να επισκεφθούν το μαγαζί του, το οποίο ανοίγει σε ακατάστατες ώρες. Ειδικότητά του είναι τα πάφφιν, αυτά τα παράξενα πουλιά που έχουν την αποικία τους σ’ ένα κοντινό νησί που ονομάζεται Μυκήνες αλλά καμία σχέση δεν έχει με την Ελλάδα: το νησί είναι δύσκολα προσβάσιμο και μόνο τον Ιούλιο και τον Αύγουστο υπάρχει φέρρυ. Ο Γένσεν ταριχεύει τα πάφφιν με μια τεχνική για την οποία θέλω να συζητήσω μαζί του, όμως για κακή μου τύχη όταν χτυπάω την πόρτα δεν ανοίγει κανείς.

 

  Περιπλανιέμαι στο χωριό, όπου όλα τα σπίτια είναι πολύχρωμα όπως παντού στα Φερόε, σαν αντίδοτο στον μουντό ουρανό. Το μοναδικό εμπορικό κατάστημα είναι κλειστό, ενώ στην πόρτα του τουριστικού οργανισμού ένα χαρτί ειδοποιεί ότι θ’ ανοίξουν ξανά την άνοιξη του 2015. Δεν κυκλοφορεί ψυχή στο Νολσόυ και μένω να σεργιανίζω μόνος μου στο χωριό χτυπώντας κάθε τόσο την πόρτα του Γένσεν. Όμως ο Γένσεν δεν είναι εκεί και μετά την τέταρτη-πέμπτη φορά εγκαταλείπω την προσπάθεια κι απλώς ρίχνω κλεφτές ματιές από το παράθυρο στα βαλσαμωμένα πάφφιν.


  Κάθομαι στην παραλία. Λίγο πιο πέρα, δυο μικρά κορίτσια έχουν φορέσει τις γαλότσες τους και τσαλαβουτούν μέσα στη θάλασσα. Κλωτσάνε τις μωβ μέδουσες στο νερό, φωνάζουν, και κάθε τόσο δείχνουν κάτι στα σύννεφα. Το ένα απ’ αυτά, κρατάει στο χέρι του ένα αρκουδάκι. Σκέφτομαι πόσο πολύ διαφέρει το παιχνίδι των παιδιών ανάλογα με το γεωγραφικό μήκος και πλάτος που βρίσκεται κανείς. Μου λένε κάτι στα φεροέζικα που δεν το καταλαβαίνω κι ύστερα τους δείχνω το φέρρυ που έρχεται στο λιμάνι. Γελούν και μ’ αποχαιρετούν κουνώντας τα χέρια τους προτού πάνε να κλωτσήσουν και τις υπόλοιπες μωβ μέδουσες.

Διαβάστε το 2ο μέρος