Τρεις εικόνες από τη Μήλο

Αργή κάθοδος στο παλιό μονοπάτι. Μια ομάδα εθελοντών έχει καθαρίσει αυτές τις γερασμένες πλάκες που ο χρόνος και τα βήματα τις έχουν λειάνει –κι αυτές, σε ανταπόδοση, αντανακλούν κάθε αχτίδα ήλιου. Είναι μια πεζοπορία μισής ώρας που συνοψίζει όλες τις μυρωδιές του Αιγαίου: η χαμηλή βλάστηση ευωδιάζει αρώματα που ξέχασαν οι πόλεις.
  Επίμονο τερέτισμα τζιτζικιών και πίσω η Πλάκα να ξεμακραίνει. Ένας λευκός οικισμός σκαρφαλωμένος στο βράχο, σαν μια ζαριά που έριξαν οι θεοί πριν ξεκινήσουν αλλού την επόμενη παρτίδα τους. Σπίτια λευκά και χαμηλά, που από μακριά μοιάζουν με κύβους ζάχαρης. Μπροστά απ’ τα γαλάζια παραθυρόφυλλά τους, σε περβάζια στενά σαν τα μονοπάτια, φιλοξενούν γλάστρες που ξεβάφουν και γεμίζουν ρωγμές, είτε από τον ήλιο είτε από το χρόνο.
  Το μονοπάτι σέρνεται στην πλαγιά κι ακολουθεί μια ρότα που δεν είναι η πιο σύντομη. Τα ελληνικά νησιά μοιάζουν ν’ αποφεύγουν τις ευθείες. Κάτω χαμηλά, μερικά πρόβατα βελάζουν χωρίς να βλέπουν τη θάλασσα. Να είσαι τόσο κοντά στη θάλασσα κι όμως να μην την βλέπεις. Θέλει προσπάθεια για να βγεις στην αμμουδιά με θέα το γαλάζιο, κι αυτή η κατάβαση θυμίζει ταινίες του ιταλικού νεορεαλισμού, που η τελευταία τους σκηνή παίζεται μπροστά από τη θάλασσα.
  Ήχοι συριστικοί ακούγονται κάτω από τη βλάστηση. Ζωές που έρπουν και κρύβονται μέσα σ’ ένα τοπίο που μοιάζει ξερό όταν το παρατηρείς από ψηλά και ξανθό όταν το διασχίζεις. Σπάνια συναντάς άλλους διαβάτες κι όταν αυτό συμβαίνει βλέπεις τον ιδρώτα στα πρόσωπα, τα καψαλισμένα από τον ήλιο σώματα και τα ψάθινα καπέλα, που κρατούν τα μάτια ανοιχτά χάρη στο τρυπητό τους γείσο. Σύντομοι χαιρετισμοί και σκιές ευθυτενείς ίσως οι Έλληνες να εμπνέονταν τ’ αγάλματά τους απ’ τις σκιές κι όχι από τα σώματα.
 Ύστερα, συναντάς εκατέρωθεν του μονοπατιού δυο κόκκινους βράχους, που μοιάζουν με την τελευταία πύλη πριν την αμμουδιά. Τους διασχίζει κανείς σαν να πρόκειται για τις Ηράκλειες Στήλες. Στο βάθος, διακρίνεται η θάλασσα. Αποχρώσεις του γαλάζιου και του τιρκουάζ. Μια παραλία που ο τουρισμός κατατάσσει στις ανοργάνωτες, δηλαδή στις μη αστικοποιημένες. Ξαπλώνεις στην άμμο και η ομπρέλα είναι κάτι λιγνά κι αναιμικά δέντρα, που παρόλα αυτά μοιάζουν θαραλλέα και φιλόξενα.
  Αυτό το πέλαγος κι αυτά τα βράχια μοιάζουν να εικονογραφούν το πέτρινο ακρωτήρι του Σεφέρη. Κάθεσαι κι αγναντεύεις μέχρι να μην μπορείς να υποστείς άλλο τον ήλιο. Σ’ αυτές τις γωνιές του Αιγαίου, ο ήλιος είναι η μοναδική μονάδα μέτρησης του χρόνου.
 

*

   Καλοκαιρινή μπόρα στη Μήλο. Η φύση μοιάζει να διαφωνεί με την εποχή και η θάλασσα βάφεται γκρίζα. Παίρνει κανείς μια γεύση για το πώς μοιάζει ο χειμώνας εδώ και πώς σέρνεται ο χρόνος όταν ο ουρανός δεν είναι γαλάζιος: μια βαθιά αίσθηση απομόνωσης πίσω από κλειστά παράθυρα.
  Αργότερα, όταν ο καιρός ανοίγει, οι ντόπιοι καταβρέχουν τις αυλές τους. Κουβεντιάζουν μεταξύ τους μιλώντας «για τη λασποβροχή». Έχουν μια εμπειρική άποψη για τον καιρό και μιλούν με ελεγχόμενο δέος για «την κόκκινη σκόνη». Όταν τους ρωτάει κανείς για το φαινόμενο, ισχυρίζονται ότι πρόκειται για «τέσσερα εκατομμύρια κόκκους σκόνης που μεταφέρθηκαν από τη Λιβύη και σκορπίστηκαν εδώ». Για πειστήριο, δείχνουν τα λευκά πλακόστρωτα που έχουν γεμίσει με κοκκινωπά στίγματα. Τις μέρες που περνάει κανείς σ’ ένα νησί, σπάνια ακούει διαλόγους που χρωματίζονται από δυσθεώρητα νούμερα: αυτά μοιάζουν ν' ανήκουν στο λεξιλόγιο των πόλεων –κι εσχάτως αφορούν ποσά χρέους.
 

*

  Πιστό αντίγραφο της Αφροδίτης της Μήλου στο αρχαιολογικό μουσείο της Πλάκας. Η ιστορία του μυθικού αγάλματος μοιάζει να συνοψίζει τη σχέση μεταξύ των Ελλήνων και των υπόλοιπων Ευρωπαίων. Ένας χωρικός που σκάβει το χωράφι του και βγάζει τις αρχαίες πέτρες που κρύβονται εκεί, μέχρι που πέφτει πάνω στην Αφροδίτη. Οι Γάλλοι αξιωματικοί που σταθμεύουν στο νησί και θέλουν να την αρπάξουν. Οι ντόπιοι που θέλουν να πουλήσουν το άγαλμα και οι Γάλλοι που δε θέλουν να πληρώσουν πολλά. Η Δύση που θέλει να βαθύνει τον πολιτισμό της με κάθε μέσο και οι Έλληνες που κοιτάζουν να επωφεληθούν στο παρόν με αντάλλαγμα λίγα γρόσια. Στο τέλος, και οι δυο πλευρές καταλήγουν να κοροϊδεύουν τους εαυτούς τους. Από ένα συγκεκριμένο πρίσμα κωμωδίας, η σχέση των Ελλήνων με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους μοιάζει να έχει εδραιωθεί πάνω στον αμφίδρομο εμπαιγμό.
  Η ιστορία γράφεται με πολλούς τρόπους αλλά καμιά φορά, ρομαντικά ίσως, μπορεί να διαβαστεί μόνο με έναν. Είναι μια ανάγνωση χωρίς διάθεση ταξικού διαχωρισμού, με έμφαση στην απλοϊκότητα των ανθρώπων που έζησαν εκεί σμιλεύοντας το τοπίο:η Ελλάδα δίνει σε οποιονδήποτε τη δυνατότητα, ακόμα και σ’ έναν χωρικό, όχι μόνο να σκοντάψει πάνω σε μια Αφροδίτη, αλλά και να εκτιμήσει την ομορφιά της.