Μια υπόσχεση ότι το καλοκαίρι θα έρθει ξανά

Κύθηρα. Μια γυναίκα περπατάει δίπλα στη θάλασσα. Είναι γύρω στα εβδομήντα, φοράει γυαλιά ηλίου κι έχει αφήσει τα μαλλιά της να μακρύνουν μέχρι τη μέση. Έχει στερεώσει ένα ψάθινο καπέλο στο κεφάλι κι έχει την ευγένεια των ανθρώπων που έχουν ωριμάσει μπροστά στη θάλασσα. Πλησιάζει τη ροδιά στην αυλή και ελέγχει με το βλέμμα της το δέντρο. Αλλάζει οπτικές γωνίες με την ευκολία που διαβαίνει κάποιος ένα ολόλευκο σοκάκι. Ζυγίζει με το βλέμμα της τα ρόδια και τις σκιές που αυτά αφήνουν στην πλακόστρωτη αυλή: σφαιρικές στάμπες μ’ ένα μικρό στέμμα στην άκρη τους. Δεν ψάχνει το καλύτερο ρόδι, ούτε το μεγαλύτερο, ούτε καν αυτό με τ' ομορφότερο χρώμα. Ψάχνει το σωστό.
 Πίσω της, ο κόλπος του Καψαλιού και στο βάθος η Χύτρα. Όπως η γυναίκα αλλάζει θέσεις στην αυλή, η Χύτρα άλλοτε κρύβεται κι άλλοτε εμφανίζεται. Είναι ένας μεγαλόπρεπος βράχος που μοιάζει να στέκεται εκεί, πίσω από τη γυναίκα και, θαρρείς, πίσω κι από τον ίδιο τον ορίζοντα. Οφείλει τ’ όνομά της στις μέρες που το φως αμφισβητείται: τα σύννεφα που μαζεύονται από πάνω της δίνουν την εντύπωση ότι αχνίζει. Ίσως τελικά αυτός ο βράχος να γεννάει τα λευκά νέφη απλώς για να δικαιολογεί το όνομά του.
 «Έχω στην Αθήνα ένα μεγάλο μπολ», λέει η γυναίκα κι ύστερα απλώνει το χέρι για να κόψει το ρόδι που έχει βάλει στο μάτι. «Δεκαετίες τώρα, όποτε επιστρέφω στην Αθήνα για το χειμώνα, φροντίζω να παίρνω μαζί μου ένα ρόδι από τα Κύθηρα». Κρατάει το ρόδι στο χέρι της και το περιεργάζεται. Μια γειτόνισσα τη διακόπτει. Μιλούν για λίγο χαμηλόφωνα και μόνο να υποψιαστεί μπορεί κανείς το θέμα της συζήτησης. Τα βαριά βλέφαρα των γυναικών προδίδουν κάποιο περιστατικό που δεν χαροποιεί τη μικρή κοινωνία. Ίσως κάτι να συνέβη στην άλλη πλευρά του Καψαλιού, την πιο πολύβουη, εκεί όπου παρατάσσονται κατά μήκος του στενού δρόμου εστιατόρια και μπαρ. Τα νέα δε θ’ αργήσουν ν’ ανέβουν τους φιδίσιους δρόμους και να φτάσουν στη Χώρα. Τα γαλάζια παραθυροφύλλα θα κλείσουν το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο και απέναντι από τον ήλιο θα μείνουν μόνο τα χρυσαφένια περιγράμματα των παραθύρων. Θα μείνουν έτσι μέχρι να στεγνώσουν τα νέα και να γίνουν ένα μυστικό διαχειρίσιμο. Αυτές οι διεργασίες είναι που λιπαίνουν τις κοινωνίες των νησιών και μοιάζουν περισσότερο επίπονες απ’ όσο θα ‘πρεπε να είναι.
 Η γειτόνισσα σταυροκοπιέται και φέυγει και μένει η γυναίκα να ελέγχει το ρόδι που μόλις έχει κόψει. Κάτι μοιάζει να την προβληματίζει. Ίσως δε θέλει να συνδέσει το ρόδι με τα νέα που μόλις άκουσε. Δεν το πετάει, μονάχα το αφήνει κάτω ευλαβικά, με τον τρόπο που προσπαθεί ν’ απωθήσει κάποιος ένα δυσάρεστο περιστατικό: με προσοχή και θυμό συνάμα. Ελέγχει ξανά το δέντρο κι αναζητά το επόμενο ρόδι, εκείνο που θα συνδέθει μ’ αυτό το καλοκαίρι.
 «Τ’ αφήνω στην άκρη να ξεραθούν κι αργότερα τα βάφω. Ένα χρώμα για το καθένα, που δεν επαναλαμβάνεται ποτέ. Στο τέλος, γράφω πάντοτε με τον ίδιο μαρκαδόρο τη χρονιά που συνέλεξα το καθένα από αυτά. Το κάνω αυτό τριάντα ή σαράντα χρόνια, δε θυμάμαι πια».
 Σ’ ένα μπολ κάπου στην Αθήνα φυλάει όλα της τα καλοκαίρια. Κάτι που πιθανότατα ξεκίνησε σαν ανάμνηση του ενός καλοκαιριού μετατράπηκε στη συνέχεια σε ημερολόγιο και στο τέλος σε μια προσωπική δεισιδαιμονία: πλέον, το καθένα από τα ρόδια δε φυλάει μέσα του απλώς το καλοκαίρι. Εκείνο το γεμάτο ρόδια μπολ, μοιάζει ν' αποχαιρετά τα χρόνια που φεύγουν και παίρνουν μαζί τους άλλοτε αγαπημένα πρόσωπα κι άλλοτε κομμάτια της υγείας της. Παρόλα αυτά, εκείνη θα πρέπει να διασχίσει έναν ολόκληρο χειμώνα και να κρατηθεί ζωντανή ώστε να συνεχίσει να γεμίζει το μπολ. Αυτά τα πολύχρωμα ρόδια τής δίνουν μια υπόσχεση ότι το καλοκαίρι θα έρθει ξανά, ότι δε γίνεται να μην έρθει.

*
 

 Αργά το βράδυ η γυναίκα κάθεται μόνη της στο Fox Anglais. Είναι το πιο ωραίο μπαρ του νησιού και μόνο ένας χαμηλός πέτρινος τοίχος το χωρίζει από την αμμουδιά. Ποτά και μουσική και κουβέντες που γίνονται ένα με το κύμα. Πίνει ένα κοκτέηλ και κοιτάζει προς το κάστρο τη Χώρας. Είναι λουσμένο μ’ ένα ζεστό κίτρινο φως. Ο βράχος από κάτω του είναι σκοτεινός και το κάστρο μοιάζει να αιωρείται πάνω από τη θάλασσα. Όποτε σηκώνει το βλέμμα της είναι για να κοιτάξει προς τη Χύτρα. Αλλά η Χύτρα δεν είναι εκεί, το σκοτάδι την έχει σβήσει και θα πρέπει να περιμένει κανείς μέχρι το επόμενο πρωί για να την αντικρύσει. Απομένει μόνο το κάστρο, που μετά τη μία το βράδυ σβήνει κι αυτό τα φώτα του κι εξαφανίζεται από το πεδίο.
 Αυτό το νησί, που έκανε κάποτε τον Μπωντλαίρ ν’ απορεί για την ύπαρξή του, μοιάζει να έχει στην πραγματικότητα ένα ταλέντο στις μεταμφιέσεις: τα ορόσημά του μοιάζουν να εμφανίζονται και να εξαφανίζονται με μη κανονικούς ρυθμούς. Ίσως σ’ αυτό το ταλέντο να οφείλεται ο αμήχανος τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται τα Κύθηρα: μολονότι βρίσκονται ανάμεσα στην Πελοπόννησο και την Κρήτη, εντάσσονται παραδόξως στα Επτάνησα, ενώ αυτοδιοικητικά υπάγονται στην Αττική.
 Η γυναίκα τελειώνει το ποτό της και παίρνει μαζί τη λινή της τσάντα. «Τελευταία βραδιά στα Κύθηρα για φέτος», λέει στη σερβιτόρα. Δεν μπορεί κανείς να πει με σιγουριά αν το λέει με θλίψη ή προσμονή για το αύριο. Κάνει μερικά βήματα κι ύστερα κοντοστέκεται μπροστά από μια λευκή καρέκλα. Βγάζει τα πέδιλά της, τα βάζει μέσα στη λινή τσάντα κι απομακρύνεται μέσα στη νύχτα, ώσπου χάνεται από τον ορίζοντα σαν το βράχο απέναντι.

*
 

 Το καράβι αφήνει πίσω του το Διακόφτι. Πανω στην καφεκόκκινη πλαγιά έχουν σκορπιστεί εκατό λευκά σπίτια που μοιάζουν να διαγωνίζονται για το ποιο θα έχει την καλύτερη θέα στο λιμάνι. Αφίξεις και αναχωρήσεις που περνούν από μια στενή λωρίδα γης που συνδέει τον οικισμό με το λιμάνι. Μια τσιμεντένια χαρακιά πάνω στη θάλασσα.
 Η Πορφυρούσα είναι ίσως το πιο αργό καράβι των ελληνικών θαλασσών. Μοιάζει να πηγαίνει μονίμως με σβηστές τις μηχανές και είναι στιγμές που νομίζει κανείς ότι δεν κινείται το καράβι αλλά ότι είναι τα Κύθηρα που απομακρύνονται και ταξιδεύουν. Το κατάστρωμα του καραβιού ο άνεμος δεν το ακουμπάει και η γυναίκα είναι υποχρεωμένη να αποχωρίζεται κάθε τόσο το καπέλο της και να σφουγγίζει τον ιδρώτα της. Η ζέστη είναι ανυπόφορη. Αν στη λινή της τσάντα κουβαλάει το ρόδι, ίσως αυτό να έχει αποξηραθεί προτού καν φτάσει στο λιμάνι της Νεάπολης.
 Σκυλιά στο κατάστρωμα γαβγίζουν κι ανήσυχα παιδιά τρέχουν. Τα αυτοκίνητα βράζουν κάτω από τον ήλιο και μια μυρωδιά λαμαρίνας απλώνεται. Η θάλασσα, ήρεμη και αιώνια, παίρνει το πλήθος των ταξιδιωτών μακριά από τα Κύθηρα. Ένα κατάστρωμα που καβουρδίζεται από τον ήλιο χωρίς έλεος. Καπνός από τσιγάρα και καφέδες σε πλαστικά ποτήρια. Παλάμες που σκεπάζουν το μέτωπο και ψάχνουν την ακτή.
 Όταν τελικά αρχίζει ν’ αχνοφαίνεται το λιμάνι της Νεάπολης, οι πρώτοι αυτοκινητιστές σπεύδουν προς τα οχήματά τους και οι επιβάτες αρχίζουν να στοιβάζονται μπροστά από την έξοδο. Φορτώνονται τις τσάντες τους, που μέσα τους κρύβουν αστικές νευρώσεις και υπάρχοντα καλοκαιριού. Το ταξίδι δεν έχει τελειώσει ακόμα κι όμως όλοι ανυπομονούν να αποβιβαστούν. Είναι μια εικόνα που θυμίζει την αποχώρηση από το σινεμά προτού πέσουν οι τίτλοι τέλους και ανάψουν τα φώτα. Στέκονται όλοι ο ένας πίσω από τον άλλο και περιμένουν να πατήσουν στη στεριά.
 Στην έξοδο τα αυτοκίνητα κάνουν ουρά. Κόσμος πάει κι έρχεται μ’ ένα μπουκάλι νερό στο χέρι. Οι άνθρωποι που δουλεύουν στο καράβι προσπαθούν να διατηρήσουν μια υποτυπώδη τάξη στην αποχώρηση. Καθώς το πλήθος ανοίγει σαν φερμουάρ, εμφανίζεται ένα δεύτερο κύμα ταξιδιωτών, αυτών που περιμένουν να επιβιβαστούν για το επόμενο δρομολόγιο. Είναι πιο ήρεμοι και μιλούν χαμηλόφωνα. Η γλυκιά προσμονή του ταξιδιού με το καράβι καθαρίζει το βλέμμα και ηρεμεί τα ζυγωματικά. Τα πρόσωπα μοιάζουν αρυτίδωτα, σαν την επιφάνεια της θάλασσας.
 Τότε, ανάμεσά τους ξεπροβάλει η γυναίκα, με το ψάθινο καπέλο της και τη λινή τσάντα περασμένη στον ώμο. Αν και έχει μόλις φτάσει στη Νεάπολη, δεν παίρνει το δρόμο για την Αθήνα, ίσως επειδή εκεί τα ρόδια είναι μια νεκρή φύση κι όχι μέρος του τοπίου. Είναι σαν να έχει τηλεμεταφερθεί στο άλλο γκρουπ, ωστόσο δε μοιάζει αιφνιδιασμένη στην καινούργια της θέση. Πόσο διαρκεί άραγε για εκείνη ένα καλοκαίρι; Το πρόσωπό της είναι ήρεμο και στεγνό από ιδρώτα. Κάτω απ’ το καπέλο τα μαλλιά της ανεμίζουν ανέμελα. Προχωράει με μικρά βήματα προς το καράβι και δείχνει το εισιτήριό της. Ύστερα, κοντοστέκεται, βγάζει τα παπούτσια της και τα βάζει στη λινή τσάντα. Περπατάει ξυπόλητη στο εσωτερικό του πλοίου. Αυτή η γυναίκα μοιάζει μ’ ένα νησί –ή έστω, μ’ έναν βράχο που άλλοτε εμφανίζεται στον ορίζοντα κι άλλοτε εξαφανίζεται. Ξέρει πως αν θέλει να συνδεθεί μ’ ένα ζωντανό τοπίο υπάρχει μόνο ένας τρόπος. Θα πρέπει να επιστρέψει στα Κύθηρα.