Για την Ευαγγελία Αυλωνίτη, την Αναστασία Λαμπρία,

τον Δημήτρη Παπακώστα και τον Ph.K.

 

  Ήταν αρχές καλοκαιριού του 2010 όταν ξεκίνησα να γράφω αυτό που, λίγα χρόνια αργότερα, έγινε τελικά μυθιστόρημα με τίτλο Το Όριο και το Κύμα. Μετά από έναν πολύ βαρύ χειμώνα το Βερολίνο ανυπομονούσε για το καλοκαίρι. Οι πρώτες ζεστές ημέρες είχαν ήδη εμφανιστεί και καθόμουν με τα παράθυρα ανοιχτά στο μικρό σπίτι που νοίκιαζα τότε. Στο τραπέζι είχα εκατοντάδες λευκές σελίδες που περίμεναν να γραφτούν –αν και τους προηγούμενους μήνες ό,τι έγραφα κατέληγε συνήθως στα σκουπίδια.

  Εκείνη την εποχή περίμενα να εκδοθεί ο Ατμός από τα Ελληνικά Γράμματα. Ωστόσο, ο εκδοτικός οίκος έκλεισε τον Σεπτέμβρη του 2010 και αυτό ήταν το πρώτο ηχηρό χτύπημα της οικονομικής κρίσης στο χώρο του βιβλίου. Οι τελευταίες σελίδες του Ατμού, γραμμένες στις αρχές του 2009, αφορούσαν την επερχόμενη -τότε- οικονομική κρίση, ωστόσο το 2010 συνειδητοποιήσαμε ότι αυτή η λαίλαπα μάς πλησίαζε πιο γρήγορα απ’ όσο είχαμε μπορέσει να φανταστούμε. Η κρίση βρισκόταν σιγά σιγά ολόγυρα κι ήθελα να γράψω ένα μυθιστόρημα που θα εξερευνούσε τόσο την εποχή της κρίσης όσο και μια εκδοχή του μετά.

  Κάθε πρωί, στεκόμουν μπροστά από το παράθυρο και σκεφτόμουν το θέμα, κοιτάζοντας από τον τέταρτο όροφο τα δέντρα στην αυλή. Πρέπει να πέταξα περισσότερες από διακόσιες πρώτες σελίδες, ωστόσο εκείνο το καλοκαιρινό πρωινό του 2010 ήξερα επιτέλους ότι είχα βρει την αρχή του μυθιστορήματος. Τη διόρθωσα αρκετές φορές και μέχρι το μεσημέρι την είχα αντιγράψει στο χαρτί, χωρίς λάθη και μουντζούρες. Κοιτούσα τις λευκές σελίδες δίπλα στη μοναδική γραμμένη και ήξερα ότι θ’ ακολουθούσαν πολλές ημέρες γραψίματος μέχρι να ολοκληρωθεί το βιβλίο. Επιπλέον, η καθημερινή εμπειρία της κρίσης θα έπρεπε να ενσωματωθεί στο κείμενο, να γίνει συμβάν, να γίνει τρόπος που αλλοιώνει την καθημερινότητα, να εξελιχθεί -κρυφά ή φανερά- σε πολιτική.

  Μόλις άφησα τη σελίδα στο τραπέζι, άκουσα το κουδούνι να χτυπάει. Ήταν ο ταχυδρόμος, που κρατούσε γραφειοκρατικούς φακέλους και καρτ-ποστάλ από φίλους που ταξίδευαν. Στάθηκα στην πόρτα για μερικά δευτερόλεπτα προκειμένου να τα παραλάβω, ωστόσο αυτό το διάστημα ήταν αρκετό για να δημιουργηθεί ρεύμα εξαιτίας των ανοιχτών παραθύρων στο διάδρομο της πολυκατοικίας. Άκουσα πίσω μου χαρτιά να πέφτουν στο πάτωμα κι όταν γύρισα είδα τη γραμμένη σελίδα να σηκώνεται στον αέρα, να κάνει σύντομες πιρουέτες και να φεύγει τελικά από το παράθυρο. Έκλεισα την πόρτα βιαστικά και πήγα να δω που είχε προσγειωθεί η σελίδα: δεν είχε πέσει στην αυλή, αντίθετα βρισκόταν στο τσιμεντένιο υπόστεγο πάνω από την εξώπορτα.

  Κατέβηκα τρέχοντας τις σκάλες μόνο και μόνο για να διαπιστώσω ότι ούτε έφτανα να την πιάσω αλλά ούτε και μπορούσα να σκαρφαλώσω. Ανέβηκα ξανά στο διαμέρισμα και για καλή μου τύχη άκουσα τον τενόρο που έμενε στον ίδιο όροφο να τραγουδάει. Ήταν ένας ψηλός άντρας από την Ασία με μεγάλη καριέρα στις διεθνείς όπερες, ο οποίος διέμενε ινκόγκνιτο στο Βερολίνο για λόγους που δεν έμαθα ποτέ. Προετοιμαζόταν τότε για την τελευταία παγκόσμια τουρνέ του, που θα σήμαινε και το κλείσιμο της καριέρας του. Έκανε πρόβες καθημερινά και πολλές φορές ξυπνούσα από τη φωνή του, που ακουγόταν σε ολόκληρο τον όροφο. Είχαμε δειπνήσει μερικές φορές μαζί με κοινούς γνωστούς και σκέφτηκα ότι θα έδειχνε κατανόηση αν τον διέκοπτα για να δανειστώ τη σκάλα του.

  Άνοιξε την πόρτα ελαφρώς συνοφρυώμενος, αλλά όταν του εξήγησα τι είχε συμβεί, χαμογέλασε και μου έδωσε τη σκάλα. Καθώς κατέβαινα, σκέφτηκα ότι ήμουν άδικος απέναντί του: σε κάποιο σημείο του Ατμού υπήρχε ένα σύνθημα στον τοίχο που έλεγε, «Θάνατος στον τενόρο», το οποίο αναφερόταν σε όλους αυτούς που φωνάζουν και μας διατάζουν πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Το σύνθημα ήταν φυσικά εμπνευσμένο από αυτόν.

  Έστησα τη σιδερένια σκάλα, πάτησα πάνω της και είδα τη σελίδα να στέκεται ακίνητη παρά τον άνεμο. Όπως διαπίστωσα, το υπόστεγο ήταν νωπό και το μελάνι στη σελίδα είχε αρχίσει να ξεθωριάζει. Ανέβηκα ξανά στον τέταρτο, ευχαρίστησα τον τενόρο και γύρισα στο σπίτι για να να γράψω ξανά σε καινούργιο χαρτί την πρώτη σελίδα. Μολονότι τα παράθυρα ήταν κλειστά, μόλις τελείωσα με την αντιγραφή φρόντισα ν’ ακουμπήσω πάνω της το στυλό, ένα τασάκι, μια κούπα με καφέ, ένα πακέτο τσιγάρα κι έναν αναπτήρα: πάνω-κάτω, ό,τι χρειάζεται δηλαδή κανείς για να γράψει ένα βιβλίο.

  Το Όριο και το Κύμα ολοκληρώθηκε τελικά το Σεπτέμβρη του 2013 στην Αθήνα και εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2014 από τον Ποταμό. Διασχίσαμε την κρίση κάθε άλλο παρά αλώβητοι κι ό,τι ζήσαμε άλλοτε βρήκε κι άλλοτε δε βρήκε θέση στο βιβλίο. Το τέλος της κρίσης είναι πιο κοντά απ’ ότι ήταν όταν γράφτηκε η πρώτη σελίδα, έστω κι αν δεν είναι ακόμα απολύτως ορατό. Η πρώτη σελίδα έχει στο μεταξύ κλειστεί σ’ έναν φάκελο μαζί με όσες την ακολούθησαν. Δε μένω πια στο ίδιο σπίτι κι έτσι δεν ξέρω αν ο τενόρος κατοικεί ακόμα ινκόγκνιτο στην πόλη. Όταν πάντως έρχεται ο ταχυδρόμος φροντίζω να έχω τα παράθυρα κλειστά.

  Ωστόσο, για έναν ανεξήγητο –και μάλλον φαιδρό- λόγο, σκέφτομαι καμιά φορά ν’ αφήσω τα παράθυρα ανοιχτά. Κάποια στιγμή, ο ταχυδρόμος θα κάνει την εμφάνισή του, θα φέρει ό,τι είναι να φέρει κι ύστερα θα φύγει. Θέλω να φαντάζομαι ότι θα επιστρέψω στο δωμάτιο κι ότι απ’ το ανοιχτό παράθυρο θα μπει μια σελίδα, που μετά από σύντομες πιρουέτες θα προσγειωθεί στο τραπέζι. Δεν ξέρω τι θα γράφει. Ίσως είναι η πρώτη σελίδα ενός καινούργιου βιβλίου, ίσως μια αναγγελία για το τέλος της κρίσης. Ή, τα νέα ότι ο τενόρος ετοιμάζεται ξανά για περιοδεία.