Ξενοδοχείο "Τα Ημίψηλα Καπέλα"

hmispilakapela

Εδώ οι κύριοι φορούν ημίψηλα καπέλα κι έρχονται μόνοι τους για ν’ αποφύγουν τις συζύγους τους. Είναι μέλη μιας υψηλής κοινωνίας που καταφτάνει εσκεμμένα δίχως τα επίσημα ταίρια της, επειδή –λένε- έχουν κουραστεί απ’ τις παρατηρήσεις για τις υποσχέσεις που δεν τήρησαν, για τον ελεύθερο χρόνο που εξαφανίστηκε κάπου βαθιά στον πλούτο. Φορούν κατάμαυρα κοστούμια, που για να φινιριστούν ταλαιπώρησαν κάποιον έμπειρο ράφτη, κι απ’ τα στήθη ξεπηδούν λευκά πουκάμισα από φίνο μετάξι. Συναντιούνται στην αίθουσα με το φως στο χρώμα της βανίλιας, το οποίο ρίχνει απαλές σκιές στα πρόσωπά τους εξαιτίας του γείσου των καπέλων και κάνει τα λευκά πουκάμισα να φέγγουν σαν τη Σελήνη σε μια ξάστερη βραδιά. Καπνίζουν τα πούρα τους στην Αίθουσα των Ναυαγίων, όπου στους τοίχους κρέμονται πηδάλια παλιών πλοίων, και πετούν βελάκια στον τοίχο δίχως ν’ αποχωρίζονται τα ημίψηλα καπέλα τους.

Το ξενοδοχείο σέβεται την πελατεία που το τιμά με την παρουσία και το πορτοφόλι του. Είναι βαμμένο ολόκληρο σε αποχρώσεις του λευκού και του μαύρου και φαίνεται πως υπάρχει μια συνεχής διαλεκτική ανάμεσα στα αιωνίως αντίπαλα χρώματα. Το δάπεδο είναι ασπρόμαυρο σαν σκακιέρα, κάθε λευκός τοίχος ακολουθείται από έναν μαύρο, υπάρχουν θολωτά περάσματα που δεν φωτίζονται καθόλου και άλλα που στην οροφή τους κρέμονται φώτα στο χρώμα του χιονιού. Το μάτι δεν ξεκουράζεται εύκολα κι όλα θυμίζουν τούνελ, που άλλοτε έχει σκοτάδι στην άκρη του κι άλλοτε ένα φως ελπιδοφόρο. Οι κύριοι χτυπούν στο δάπεδο τα μπαστούνια και προχωρούν από αίθουσα σε αίθουσα σαν να βρίσκονται στην κοιλιά μιας ζέβρας.

Ψηλά στην οροφή του πολυτελούς ξενοδοχείου αχνίζει τον λευκό καπνό της μια μαύρη καμινάδα. Κάποιος υπάλληλος τροφοδοτεί με ξύλα το τζάκι, το οποίο οι κύριοι κοιτάζουν βαριεστημένα την ώρα που συζητούν χαμηλόφωνα μεταξύ τους για τα όσα πέτυχαν στη ζωή τους, για τα όσα τους προσάπτουν οι σύζυγοί τους, για τον χρόνο που τους απομένει στον πλανήτη. Το ξενοδοχείο έχει προσλάβει συμβούλους γάμου, αλλά σχεδόν κανένας απ’ αυτούς τους περήφανους άντρες δεν καταδέχεται να μιλήσει με κάποιον απ’ τους επιστήμονες. Οι κύριοι προτιμούν να κάθονται σε βαθιές πολυθρόνες και να τρίβουν δύσθυμα τους πισινούς τους στο τρυφερό ύφασμα κάθε φορά που η συζήτηση γίνεται ενοχλητική. Δεν αποχωρίζονται τα ημίψηλα καπέλα τους ποτέ, κι εκεί, μέσα στο απαλό φως που σκιάζει τα χαρακτηριστικά τους, μοιάζουν σαν άνθρωποι δίχως πρόσωπο. Ακούγονται μόνο διηγήσεις για το πώς οι γυναίκες τους μετατόπισαν την αγάπη τους απ’ αυτό που κάποτε ήταν οι κύριοι στο κύρος που τώρα πια απέκτησαν. Είναι, λένε, σαν ν’ αγάπησαν τη ζωή που τους προσέφεραν, ξεχνώντας όμως να συνεχίσουν ν’ αγαπούν τους ίδιους.

Βαρύ ουίσκι στα σκαλιστά ποτήρια και καπνός που ζωγραφίζει μορφές στην μελαγχολική ατμόσφαιρα. Μολονότι κάθε εκατοστό που προσέθεταν στο ημίψηλο τούς χάριζε πόντους υπόληψης, τώρα πια το ύψος του καπέλου έχει μετατραπεί σε μεζούρα, η οποία μετράει την απόσταση που τους χωρίζει απ’ τις συζύγους. Οι κύριοι σκαλίζουν το παρελθόν τους και θυμούνται τ’ άγουρά τους χρόνια, που έχουν συνδεθεί με γυναίκες ταπεινές. Άλλες ήταν σερβιτόρες, άλλες δούλευαν πωλήτριες και μερικές ήταν άνεργες δίχως να παραπονιούνται –άλλωστε κι οι κύριοι φορούσαν τότε κάτι φτηνά κασκέτα. Δυστυχώς γι’ αυτούς, οι κύριοι γνωρίζουν καλά πως εκείνα τα ειδύλλια ήταν αληθινά, πως ό,τι έζησαν μ’ εκείνα τα κορίτσια βασιζόταν κυρίως στο παρόν και λιγότερο στην προσδοκία. Θυμούνται τα ονόματά τους, το χρώμα των μαλλιών τους και το πάχος των χειλιών τους και στιλβώνουν τη μνήμη προσδοκώντας λίγο φως, που θα πέσει πάνω στις ασπρόμαυρες πια αναμνήσεις και θα φωτίσει τη χαμένη νιότη. Μέσα απ’ το τελευταίο τσούγκρισμα των ποτηριών, μπορούν ν’ ακούσουν τους παλιούς εαυτούς τους ν’ αποκαλούν εκείνα τα κορίτσια με τα ονόματά τους.

Ύστερα, οι κύριοι αποσύρονται στα δωμάτια τους, ακουμπούν τα ημίψηλα καπέλα τους όρθια στο κομοδίνο και σκεπάζονται μέχρι το λαιμό με ριγέ ασπρόμαυρα σεντόνια. Προτού σβήσουν το φως σκέφτονται τις συζύγους τους μ’ ελεγχόμενη συμπόνια. Ξέρουν πως όσο κι αν οι γυναίκες ξέχασαν να τους αγαπούν στην πορεία, το πρόβλημα είναι κατά βάθος δικό τους. Οι κύριοι, που μόνο στο κρεβάτι δεν φορούν ημίψηλα καπέλα, γνωρίζουν καλά πως πιο πολύ απ’ τα κορίτσια της νιότης και τις συζύγους της ζωής, αγάπησαν το μέλλον που είχαν ως νέοι. Δεν είναι όμως δα και τόσο κύριοι για να το παραδεχθούν μπροστά σε άλλους.

 

*Απόσπασμα από μια συλλογή διηγημάτων. Περισσότερες πληροφορίες για την έκδοσή της θα γίνουν γνωστές μέσα στην επόμενη χρονιά.