65η Berlinale

Μια γυναίκα στο πίσω κάθισμα λέει ότι οι πιο καλές ταινίες είναι αυτές που σε κάνουν να αμύνεσαι. Παρακολουθώ μια ταινία που θυμίζει Παζολίνι κι ονομάζεται Θάνατος στην Πακότ. Είναι γυρισμένη στην Αϊτή μετά το μεγάλο σεισμό που ισοπέδωσε αυτή τη μικρή επικράτεια: πάνω από διακόσιες χιλιάδες νεκροί, διαλυμένες υποδομές, ζωές που περιφέρονται στα ερειπία κι άλλες που θάφτηκαν κάτω απ’ αυτά. Σε αντίθεση με χώρες της Δύσης, εδώ είναι η φύση που κλονίζει τα θεμέλια της κοινωνίας, που διαλύει τις συνθήκες και που τελικά αμφισβητεί την ηθική. Όλη αυτή η περιρρέουσα κρίση που έχει δημιουργηθεί μέσα σε μια στιγμή δεν μπορεί να επουλωθεί ούτε εύκολα ούτε γρήγορα. Βίαια ερωτήματα θαμμένα από καιρό, που αφορούν άλλοτε δομές της κοινωνίας κι άλλοτε τις ανθρώπινες σχέσεις, αναδύονται καθημερινά κι η ένταση δεν τα εκτονώνει αλλά, αντίθετα, τα μεγενθύνει. Στο τέλος, παρουσιάζεται μια ανθρώποτητα που έχει απωλέσει κάθε ελπίδα.
  Δύο απ’ τους πρωταγωνιστές συζητούν. Ένας άντρας, μεσήλικας, έχει δει την περιουσία του να καταστρέφεται. Από την άλλη, μια νεαρή κοπέλα που θέλει ν’ αλλάξει τ’ όνομά της και να το κάνει πιο δυτικό, ελπίζοντας πως έτσι κάποιος ξένος θα την πάρει μακριά, πως θα τη σώσει απ’ το αβάσταχτο μέλλον. Ο άντρας έχει ζήσει τη δικτατορία, η νεαρή γυναίκα όχι. «Μα είσαι τουλάχιστον ένας ελεύθερος άνθρωπος», της λέει. Εκείνη κοιτάζει τα ερείπια που έχει αφήσει πίσω του ο σεισμός. «Ναι», του απαντάει ειρωνικά, «είμαι ελεύθερη να πεθάνω από επιθυμία γι’ αυτά που δεν μπορώ να κάνω».
  Αναπόφευκτα, σκέφτομαι τη σημερινή Ελλάδα.


*
 

  Τα μεγάλα φεστιβάλ είναι στην πραγματικότητα ένας αγώνας απέναντι στο χρόνο. Οι αίθουσες είναι σκορπισμένες σε διάφορα σημεία μέσα στην πόλη και για να προλάβει κανείς την επόμενη προβολή πρέπει να μετακινηθεί με ταχύτητα κι ακρίβεια. Το ίδιο το φεστιβάλ επιβάλλει τους χρόνους του: πρέπει να στηθεί κανείς στην ουρά για τα εισιτήρια ή να συνδεθεί στις δέκα το πρωί ακριβώς στο Ίντερνετ για να τ’ αγοράσει (δέκα κι ένα λεπτό έχουν εξαφανιστεί), πρέπει να βρίσκεται μισή ώρα πριν την προβολή στην αίθουσα, ένα σύνολο κανονισμών που αναδιαμορφώνουν την καθημερινότητα. Τις μέρες που διαρκεί το Φεστιβάλ κοιμάται κανείς λιγότερο, δεν προλαβαίνει να φάει, δεν έχει χρόνο να δει φίλους, δεν ασχολείται μ’ ό,τι θ’ ασχολιόταν υπό κανονικές συνθήκες. Σιγά σιγά, ξεγλιστράει κανείς από την καθημερινότητα, ξεφεύγει απ’ τα σφιχτά ωράρια κι αφήνει τη ζωή να τρέχει παράλληλα, δίχως διάθεση να την ακολουθήσει.
  Μολονότι βρίσκεται κανείς μέσα σε μια γνωστή πόλη, ανακαλύπτει σημεία που τα είχε υποτιμήσει, κοιτάζει τα πρόσωπα με νέο ενδιαφέρον, προσπαθεί να μαντέψει ποιες ταινίες τούς άρεσαν αυτές τις μέρες. Επιστρέφοντας στο σπίτι κουρασμένος, ξέρεις ότι πρέπει ν’ ακολουθήσεις και τις επόμενες μέρες αυτό το διάλειμμα από την καθημερινότητα –κι είναι αυτές οι μέρες του Φεστιβάλ ευτυχισμένες, όπως ακριβώς οι μέρες ενός ταξιδιού.

*
 

  Ο Βιμ Βέντερς ανεβαίνει στη σκηνή φορώντας μπορντώ κοστούμι. Στέκεται μπροστά από τη γκρίζα κουρτίνα και μιλάει για μια παλιά του ταινία, που θα παρουσιαστεί σε κινηματογράφο για πρώτη φορά μετά από σαράντα σχεδόν χρόνια. Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτυ γυρίστηκε το 1972, είναι βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Πέτερ Χάντκε και δεν έχει σχεδόν καμία σχέση με το ποδόσφαιρο. Ο Βέντερς κάνει μια αναδρομή γεμάτη χιούμορ στην εποχή που γυρίστηκε. Η ταινία δε σταδιοδρόμησε περισσότερες από μερικές βδομάδες στις αίθουσες επειδή την είχε επενδύσει μουσικά με τα τραγούδια που αγαπούσε, δίχως όμως να πάρει πνευματικά δικαιώματα. «Νόμιζα πως έτσι γίνονταν οι ταινίες», λέει γελώντας, «βάζοντας μουσική που μας αρέσει». Όταν αργότερα προσπάθησε να επικοινωνήσει με τις εταιρείες που εκπροσωπούσαν τον Έλβις Πρίσλεϋ ή τον Ρόυ Όρμπινσον ήταν πολύ αργά: είτε του ζητούσαν υπέρογκα ποσά, είτε του έκλειναν το τηλέφωνο όταν άκουγαν πως τους καλούσε ένας άσημος σκηνοθέτης από τη Γερμανία.
  Η ίδια η ταινία μοιάζει σήμερα μ’ ένα μουσείο παραστάσεων που χάθηκαν μέσα σ’ αυτές τις τέσσερις δεκαετίες: από τις οικιακές συσκευές μέχρι τη μόδα, από τα νομίσματα μέχρι τις χώρες που είναι γυρισμένη. Αργή, ελλειπτική, με σιωπές που υπονοούν όλα όσα θα έχουν ήδη γίνει όταν αλλάξει η σκηνή –κι ένα καδράρισμα τόσο πρωτοποριακό που ακόμα και σήμερα μοιάζει ολόφρεσκο.

 

*
 

  Μέσα στη σκοτεινή αίθουσα. Καθισμένοι αμφιθεατρικά, όλοι αυτοί οι πιστοί του σινεμά παρακολουθούν ιστορίες στο πανί. Εικόνες που τρέχουν, φως που αλλάζει σ’ ένταση και φωτίζει τα πρόσωπα. Ειδωμένα από ψηλά μέσα στο σκοτάδι, αυτά τα κεφάλια που παρακολουθούν τις ταινίες μοιάζουν με βότσαλα σκορπισμένα μπροστά από μια ολόφωτη παραλία. Έχοντας ξοδέψει αναρίθμητες μέρες σ’ αυτά τα σκοτεινά αμφιθέατρα –κι έχοντας σπαταλήσει κάμποσες μέρες στ’ ακαδημαϊκά- σκέφτομαι πως μαθαίνει κανείς περισσότερα μέσα σ’ έναν κινηματογράφο απ’ ότι σ’ ένα πανεπιστήμιο.


*
 

  Τρεις ταινίες με σημείο αναφοράς τη δεκαετία του ’70 και τον ήχο της: το 54, αφιερωμένο στο θρυλικό κλαμπ της Νέας Υόρκης, με πάρτυ, ναρκωτικά και ελαφρότητα που δεν τελείωναν ποτέ το Sumé: The sound of a Revolution από τη Γροιλανδία, το οποίο εξιστορεί την ιστορία του πρώτου ροκ συγκροτήματος που τραγούδησε στα γροιλανδικά διεκδικώντας την ανεξαρτητοποίηση από τη Δανία κι ένα καλύτερο αύριο και το B-Movie: Lust and Sound in West Berlin, που είναι μια παραληρηματική αφήγηση της μουσικής στο Δυτικό Βερολίνο, μέσα από τα μάτια ενός Άγγλου που ντύνεται πάντοτε με παλιές στολές αστυνομικών. Συνισταμένη και των τριών ταινιών είναι το πάθος για διεκδίκηση, που θ’ ανοίξει το δρόμο για την εκπλήρωση άλλοτε ατομικών κι άλλοτε συλλογικών ονείρων. Οι ταινίες μοιάζουν ν’ ακολουθούν κοινή πορεία: η ορμή που γίνεται ενός είδους κοινωνικό αίτημα προτού τελικά ξεθωριάσει κι αναδιπλωθεί ως μια ρομαντική προσπάθεια. Παρόλα αυτά, -κι αυτό μοιάζει αδιαπραγμάτευτο- αφηγούνται μια περίοδο που οδήγησε σε δικαιότερα αιτήματα και λειτούργησε για τις δεκαετίες που ακολούθησαν ως ένα λάβαρο αντίστασης, που δε θα διστάσει να υψωθεί ξανά όταν οι καιροί το απαιτήσουν.


*
 

  Ο Βάλτερ Σάλες εμφανίζεται στη σκηνή ενός θεάτρου. Είναι προσκεκλημένος του Φεστιβάλ και βρίσκεται εκεί για να μιλήσει για τις ταινίες δρόμου. Φοράει αθλητικά παπούτσια κι έχει ένα σακίδιο περασμένο στους ώμους. Μοιάζει έτοιμος να φύγει για κάποιο οδοιπορικό που θα διασχίζει κάθετα μια ήπειρο, ακολουθώντας χαρακτήρες οι οποίοι, όπως λέει, «έχουν αμφιβολίες». Το συνδυάζει αυτό με τη νεότητα –είτε αυτή είναι βιολογική είτε κοινωνική- κι αυτός είναι κατά τον Σάλες ένας από τους στόχους του σινεμά, να καταγράψει τις στιγμές «που η αθωότητα είναι ακόμα εφικτή».
 

*
 

  Το πρόγραμμα της κάθε ημέρας ολοκληρώνεται λίγο μετά τη μία τα ξημερώματα. Τα τελευταία τρένα και λεωφορεία μεταφέρουν θεατές με πρησμένα μάτια σε διάφορες γωνιές της πόλης. Οι μεγάλοι σταθμοί του Βερολίνου έχουν τα βραδινά στέκια τους, όπου καταλήγουν οι νηστικοί θεατές για γρήγορο φαγητό. Στο σταθμό του Ζοο, η καντίνα με το currywurst διανυκτερεύει. Λουκάνικο κομμένο σε φέτες ποτισμένο με κέτσαπ και κάρυ. Στα πρόχειρα σταντ οι σινεφίλ συζητούν για τις ταινίες και κανονίζουν το πρόγραμμα της επόμενης μέρας. Προγράμματα κι εισιτήρια παρατημένα εδώ κι εκεί λιπαίνονται από κέτσαπ και μπύρα: τα ευαγγέλια της ημέρας μετατρέπονται σε σουβέρ της νύχτας.
 

*


  Το βραβείο κοινού το κερδίζουν συνήθως οι ταινίες με καρδιά. Στη βραζιλιάνικη ταινία Que horas ela volta συγκρούονται δυο κόσμοι: από τη μία η μεγαλοαστική οικογένεια μ’ όλες τις ταξικές της απαιτήσεις κι απ’ την άλλη, η οικιακή βοηθός που έχει αναλάβει τις δουλειές του σπιτιού. Η κόρη της οικιακής βοηθού, που καταφθάνει αγνοώντας όλες τις συμβάσεις ανάμεσα στη μητέρα της και την οικογένεια, αλλάζει φευγαλέα τις ισορροπίες. Στο τέλος, απομένει η δίψα για ένα ταξικό άλμα αλλά κι η υπεροχή που έχει η μεγαλοαστική οικογένεια στις εναλλακτικές για το μέλλον. Αυτές οι υπόκωφες εκρήξεις που έχουν μονότονα –και συνήθως- άδικα τον ίδιο νικητή: το Κεφάλαιο. Ό,τι απομένει, είναι η γνήσια χαρά των ηττημένων για μια μικρή υπέρβαση, μια ηθική ικανοποίηση που το χρήμα δεν μπορεί να εξαγοράσει.


*
 

  Η μελαγχολία της τελευταίας βραδιάς. Είκοσι-τέσσερις ταινίες σε δέκα μέρες –και πάντα η τελευταία προβολή του φεστιβάλ είναι η ενότητα με τις μικρού μήκους που κέρδισαν τα βραβεία, το πιο αδύναμο πρόγραμμα της Μπερλινάλε τα τελευταία χρόνια.
  Αργότερα, ο δρόμος της επιστροφής. Οι αφίσες έχουν ήδη ξεκρεμαστεί, τα φώτα σβήνουν κι οι επισκέπτες έχουν φύγει. Απομένουν οι κάτοικοι, που θα πρέπει να επανέλθουν στην καθημερινότητα: όλα όσα έχουν παραμεληθεί αυτές τις μέρες πρέπει να ξαναμπούν σε σειρά. Είναι μια αλυσίδα από θλιβερές επιστροφές:επιστροφή στα ΑΤΜ, επιστροφή στο σούπερμαρκετ, επιστροφή στα ανιαρά ωράρια, επιστροφή τελικά στην προφεστιβαλική ζωή.
  Μολονότι ένας μεγάλος αριθμός της κινηματογραφικής παραγωγής έχει ως θέμα του –είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά- την επιστροφή στο σπίτι, τη στιγμή που ξεκλειδώνω την πόρτα κι ανάβω τα φώτα, σκέφτομαι ότι αυτή η θεματική είναι υπερτιμημένη. Ύστερα, αντί οποιασδήποτε άλλης παρηγοριάς, σβήνω τα φώτα, κάθομαι στο σκοτάδι και σκέφτομαι για κάμποση ώρα τα road movie του Βάλτερ Σάλες.